Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Το δικαίωμα αντιστάσεως (νομικές όψεις ενός φιλοσοφικού θέματος)

Φίλιππος Σπυρόπουλος
αναπλ. καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στο πανεπιστήμιο Αθηνών
Ι
 Ως νομικός θα εφαρμόσω την αρχή «απο κανόνος δικαίου άρξασθαι».

 Το άρθρο 120 § 4 του Συντάγματος ορίζει: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».
Υπογραμμίζω δύο τινά:
- την τήρηση του Συντάγματος και
- το «υποχρεούνται να αντιστέκονται».
Και απο τα δύο προκύπτει οτι η αντίσταση συναρτάται με την τήρηση του Συντάγματος, όχι με την αναίρεσή του. Θα ήταν αδιανόητο το δίκαιο να επιβάλλει την αντίσταση ως καθήκον, εάν αυτή στρεφόταν εναντίον και αποσκοπούσε στην αναίρεση του δικαίου.
Πρώτο, επομένως, συμπέρασμα είναι οτι το δικαίωμα αντιστάσεως είναι κατ' εξοχήν συντηρητικό δικαίωμα. Αποβλέπει στη διαφύλαξη της ισχύος (τυπικής και ουσιαστικής) του δικαίου. Δέν είναι δικαίωμα για ένα καλύτερο δίκαιο ή για κανένα δίκαιο. Είναι «δικαίωμα» στο ίδιο το δίκαιο, το οποίο «δικαίωμα, επειδή ακριβώς μπορεί να βιώνεται απο τους δικαιούχους ως περιττό και ως ανάξιο να ασκηθεί, καθιερώνεται συγχρόνως και ως καθήκον.

ΙΙ
 Στην τήρηση του δικαίου αποσκοπούσε και η αντίσταση της Αντιγόνης.
Μόνο που το δίκαιο που έπρεπε να διαφυλαχθεί δέν ήταν το δίκαιο της πόλεως αλλά το δίκαιο των θεών, που υπαγόρευσε την αντίσταση της Αντιγόνης εναντίον του δικαίου της πόλεως. Το δίκαιο των θεών είχε υπέρτερο κύρος απο το δίκαιο των θνητών, που στη συγκεκριμένη περίπτωση - κατα την αντίληψη της Αντιγόνης - έπρεπε να θέσει εκποδών το κατώτερο δίκαιο.
 Η διαφορά των δύο αντιστάσεων - του άρθρου 120 του Συντάγματος αφ' ενός και της Αντιγόνης αφ' ετέρου - έγκειται στο οτι η πρώτη αποσκοπεί στην τήρηση του θετικού δικαίου (του δικαίου δηλαδή, κανόνας του οποίου είναι και το 120), ενώ η δεύτερη αποσκοπεί στην τήρηση ενός μή θετικού δικαίου με αναγκαίο αποτέλεσμα την παράβαση του θετικού δικαίου.
Για τη διάκριση των δύο αντιστάσεων ας χρησιμοποιούμε διαφορετικούς όρους: δικαίωμα αντιστάσεως είναι το ρυθμιζόμενο στο άρθρο 120 του Συντάγματος, πολιτική ανυπακοή η στάση της Αντιγόνης.
Είναι αυτονόητο οτι το θετικό δίκαιο δέν μπορεί να ανεχθεί την αντίσταση της Αντιγόνης. Αν την ανεχόταν θα συνομολογούσε τη δυνατότητα αναιρέσεώς του. Η παιδεία μας βεβαίως - και αυτό είναι προς τιμήν εκείνων που έκαμαν την Αντιγόνη τμήμα της διδασκαλίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση - όχι μόνον ανέχεται την αντίστασή της αλλά αποπνέει και διαχέει τον σεβασμό και τον θαυμασμό που της αρμόζει.

ΙΙΙ
 Η αντίσταση του άρθρου 120 § 4 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ως δικαίωμα υπο την προϋπόθεση οτι επιχειρείται βίαιη κατάλυση του Συντάγματος.
Στις ομαλές περιστάσεις το δικαίωμα υπνώττει - ενεργοποιείται μόνον προ της καταλύσεως του Συντάγματος. Αντίθετα τα άλλα συνταγματικά δικαιώματα είναι δικαιώματα των ομαλών περιστάσεων και ασκούνται καθημερινά, αδρανούν δε σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν ανασταλούν βάσει του δικαίου της ανάγκης.
Η κατάλυση του Συντάγματος είναι πράγματι μια ακραία και εξαιρετική κατάσταση για το δίκαιο. Είναι ο τερματισμός του βίου του.
Η έννοια της καταλύσεως του κανόνα δικαίου και του δικαίου εν γένει δέν φαίνεται να είναι αποκρυσταλλωμένη. Ενώ διάφορες πηγές δικαίου (πχ νόμος του Δημοφάντου, νόμος περι ευθύνης του Π.τ.Δ.) χρησιμοποιούν τον όρο «κατάλυσω» έτσι όπως τον καταλαβαίνουμε στην καθημερινή μας ομιλία, το Δ' ψήφισμα της Ε' αναθεωρητικής βουλής οτι «η Δημοκρατία ουδέποτε κατελύθη δικαίω» περιπλέκει την έννοια της καταλύσεως.
Και τούτο διότι η κατάλυση της δημοκρατίας δέν είναι ποτέ δυνατόν να γίνει δικαίω. Το δίκαιο έχει πάντοτε ένα σκληρό πυρήνα, που δέν επιτρέπει να μεταβληθεί. Πρόκειται για το θεμέλιο του δικαίου, για το θεμέλιο της εξουσίας. Αν αυτό είναι η δημοκρατία, τότε η δημοκρατία είναι δικαίω αμετάβλητη, ως αρχή. Αυτό βεβαίως δέν σημαίνει οτι το δίκαιο είναι σε θέση να επιβάλλει στην ιστορία τους όρους του. Σημαίνει απλώς οτι η διατήρηση του σκληρού πυρήνα του θετικού δικαίου είναι ένα νομικό αίτημα, που μπορεί να ικανοποιείται επι μακρό χρόνο, άλλοτε με την πειθώ και άλλοτε ακόμη και με τη βία, μπορεί όμως και να αποκρουσθεί κάποτε απο την ιστορία.
Η κατάλυση του κανόνα δικαίου διαφέρει απο την παράβασή του. Ενώ η παράβαση του κανόνα συνεπάγεται την επέλευση ή τη δυνατότητα τουλάχιστον της επελεύσεως των εννόμων συνεπειών του κανόνα, χωρίς να επιδρά στην ισχύ του, η κατάλυση του κανόνα δικαίου σημαίνει οτι αναιρείται η ίδια η ισχύς του κανόνα. Πρόκειται για de facto - και όχι για de jure - απώλεια της ισχύος του κανόνα. Αν αυτό είναι αληθές, τότε η διατύπωση του Δ' ψηφίσματος της Ε' αναθεωρητικής βουλής είναι εσφαλμένη.
Ανεξαρτήτως τούτου, αναμφίλεκτο είναι - νομίζω - οτι η έννοια της καταλύσεως του Συντάγματος αφορά τις βαρύτατες εκείνες προσβολές κατά του Συντάγματος που θέτουν εν κινδύνω την ίδια την υπόστασή του. Στις ακραίες αυτές περιπτώσεις διακινδυνεύσεως του δικαίου - και μόνο σ' αυτές - αφυπνίζεται το δικαίωμα αντιστάσεως των πολιτών για τη σωτηρία της συνταγματικής τάξεως. Με άλλη διατύπωση: το κράτος αδυνατώντας να προασπίσει εαυτό, παρά το γεγονός οτι διαθέτει τον μηχανισμό καταναγκασμού και καταστολής, ζητεί πάλι θυσίες απο τον λαό.
Η διατύπωση αυτή ηχεί βεβαίως ως πρόκληση λόγω της αίγλης που έχει αποκτήσει το δικαίωμα αντιστάσεως στη συνείδηση του λαού. Αίγλης δικαιολογημένης απο τους αγώνες κατά της τυραννίας και της καταπιέσεως, αφορώσης όμως την πολιτική ανυπακοή και όχι το δικαίωμα και καθήκον αντιστάσεως του θετικού δικαίου.
Η διατύπωση οτι το κράτος, καθιερώνοντας δικαίωμα αντιστάσεως, περπερεύεται και ζητεί τα εαυτού, δικαιολογείται απο τους εξής λόγους:

α) Το καθιερώνει ως δικαίωμα των εξαιρετικών περιστάσεων, εκεί που διακυβεύεται η υπόστασή του. Όταν όμως τα ίδια τα θεσμικά προϊόντα της εννόμου τάξεως, δηλαδή ο αντισυνταγματικός νόμος, η παράνομη κανονιστική διοικητική πράξη κλπ, την προσβάλλουν, τότε το δίκαιο είναι φειδωλό ν' αναγνωρίσει δικαίωμα αντιστάσεως. Αρκείται στην αναγνώριση όλων των λοιπών συνταγματικών δικαιωμάτων, πχ στο δικαίωμα της ακριβής (προσφυγή) στα δικαστήρια, στις ήσυχες συναθροίσεις, στην έκφραση υπο την προϋπόθεση της τηρήσεως των νόμων κλπ.

β) Η κατάλυση του Συντάγματος, που ενεργοποιεί το δικαίωμα αντιστάσεως, δέν είναι μια διαδικασία που εκδηλώνεται αιφνίδια, απο τη μία στιγμή στην άλλη. Χρειάζεται προετοιμασία που διευκολύνεται απο τις συνταγματικές και δικαιικές δυσλειτουργίες. Η κρατική ευθύνη για τις δυσλειτουργίες αυτές και τις παρεκβάσεις της πολιτειακής ζωής μετατίθεται στον λαό, που καλείται να θυσιασθεί ασκώντας το καθήκον αντιστάσεως. Πρέπει συναφώς να σημειωθεί οτι η προστατευτική για το πολίτευμα λειτουργία του δικαιώματος αντιστάσεως δέν εξαντλείται κατα την επιχείρηση της καταλύσεως του Συντάγματος. Η δημοκρατική άσκηση της εξουσίας δέν πρέπει να επιτρέπει τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιχείρηση της καταλύσεως του Συντάγματος.

Αν η ίδια η εξουσία παραμελεί την τήρηση του δικαίου και ασκείται ερήμην του λαού, κανεις δέν θα αγωνισθεί για τη διατήρησή της. Αντίθετα, οραματιζόμενος μιαν αλλαγή, θα αγωνισθεί για την αλλαγή κατ' εφαρμογή όχι του δικαιωώματος αντιστάσεως αλλά της πολιτικής ανυπακοής.

IV
 Τα αναφερθέντα ενισχύονται απο μια εγγύτερη νομική ανάλυση του άρθρου 120 § 4 του Συντάγματος.
Η διάταξη διαλαμβάνει για «επιχειρούμενη» κατάλυση του Συντάγματος, για κατάλυση «εν τω γίγνεσθαι». Άρα η συντελεσθείσα κατάλυση του Συντάγματος δέν γεννά δικαίωμα και καθήκον αντιστάσεως, αφού θα έχει εγκαθιδρυθεί νέα εξουσία που θα αξιώσει καθήκον υπακοής στις δικές της επιταγές.
Περαιτέρω: η διάταξη διαλαμβάνει για κατάλυση του Συντάγματος με τη βία. Δηλαδή η κατάλυση χωρίς βία, δέν ενεργοποιεί αντίσταση.
Κατάλυση του Συντάγματος χωρίς βία θα ήταν πχ η άρνηση των αρμοδίων κρατικών οργάνων να προκηρύξουν εκλογές.
Η διάταξη κάνει λόγο για «οποιονδήποτε επιχειρεί την βίαιη κατάλυση του πολιτεύματος». Κι αν αυτός είναι ο ίδιος ο λαός που επαναστατεί; Το δίκαιο ζητεί απο τον λαό να αντισταθεί κατά της επαναστάσεως;
Η διάταξη διαλαμβάνει περι δικαιώματος και καθήκοντος αντιστάσεως με κάθε μέσο. Το μέσο, ερωτάται, είναι νόμιμο ή παράνομο; Αν είναι νόμιμο, τότε είναι ζήτημα αν πρόκειται για αντίσταση. Αν είναι παράνομο, τότε η διάταξη απευθύνεται σε λίγους έλληνες, ήρωες και πατριώτες.
Οι προβληματισμοί αυτοί υποδηλώνουν οτι το δίκαιο δέν μπορεί να οργανώσει χωρίς δυσκολίες την αντίσταση ως δικαίωμα και καθήκον. Η αναγνώρισή του σε μια τόσο ριχή διάσταση καταδεικνύει την επιφυλακτικότητα του θετικού δικαίου απέναντί του.

V
 Τελειώνω επαναλαμβάνοντας την ευχή ενός άγγλου νομικού: Οι κρατούντες ας θεωρούν την αντίσταση ως πράξη νόμιμη, ο λαός δε ως παράνομη, ώστε οι μεν να μή δίνουν αφορμή για αντίσταση και ο δε να μήν καταφεύγει στην αντίσταση.

Το παραπάνω άρθρο κρίνεται χρήσιμο, προκειμένου να δοθεί νομική ερμηνεία επι του πρόσφατου δυναμικού άρθρου του Μίκη Θεοδωράκη στην  εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ":

Το όπλο της ανυπακοής


http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artId=367127&dt=14/11/2010

1 σχόλιο:

  1. Ταπεινή μου γνώμη σαν μη νομικός ο υπότιτλος θα έπρεπε να είναι
    (σοφιστικές όψεις ενός φιλοσοφικού θέματος)

    ΑπάντησηΔιαγραφή