Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

"Ο Διδάσκαλος"

Ἀναζητῶντας τήν σημασίαν τῆς λέξεως ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ στά λεξικά τῆς Γλώσσης μας, ἡ αὐτονόητος ἔννοια εἶναι: “ὁ διδάσκων”.
Μέ ὀλίγην βέβαια σκέψιν καί μέ περισσοτέραν ἐπιμέλειαν, θά ἀναζητήσωμε τίς ἐπί μέρους ἔννοιες, πού ἐμπεριέχονται καί ἐκφράζονται, μέσω τῆς πολυσυλλάβου λέξεως Διδάσκαλος.
Ἡ προσεκτική μελέτη, ὅμως, τῶν ἐμπεριεχομένων λέξεων θά ἀναδείξη καί τά ἰδιαίτερα χαρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ καί ἀξίου Διδασκάλου.
Ὁ Διδά-σκαλος, λοιπόν, μέ τό πρῶτον ἄκουσμα, ἔτσι ὅπως ἐγώ τό συλλαμβάνω, εἶναι ὁ δίδων σκάλα.

Εἶναι αὐτός πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν κλίμακα τῆς γνωστικῆς ἀναζητήσεως καί μᾶς βοηθᾶ νά ἀρχίσωμε αὐτό τό ὀδηνηρόν, ἀρχικῶς, ἀνέβασμα, πρός ἀναζήτησιν τῆς γνώσεως. Μέ κόπο καί προσπάθεια ἀρχίζουμε νά ἰσορροποῦμε σ’ αὐτήν τήν κλίμακα, μέ τήν βοήθειαν τοῦ Διδασκάλου μας.
Μέσα στήν ἐν λόγω λέξιν ἐνυπάρχει ἡ δάς, ἤ ἡ δαΐς, πού σημαίνει τόν πυρσόν, τόν δαυλόν καί ἀσφαλῶς ἐκφράζει τό πρῶτον ἄναμμα τοῦ ἐνδιαφέροντος, γιά τήν ἀναζήτησιν τῆς γνώσεως.

Παρατηρῶντας προσεκτικῶς τήν λέξιν, διακρίνω στά γράμματα -AΣΚΑ- τήν ἔννοιαν τοῦ ρήματος ἀσκῶ = ἐπεξεργάζομαι τί μετά πολλῆς φροντίδος, διαμορφῶ, διαπλάθω, κοσμῶ, στολίζω.
Ἀπολύτως ἀκριβεῖς καί ἀληθεῖς αὐτές οἱ ἔννοιες, χαρακτηρίζουν τήν δρᾶσιν τοῦ διδασκάλου καί περιγράφουν τό ἀποτέλεσμα, ὅταν ὁ διδάσκαλος καί ὁ μαθητής συνεργασθοῦν καλῶς.

Εὐκόλως, βεβαίως, διακρίνεται καί τό ἐπίθετον καλός. Ὁ καλός διδάσκαλος θά μᾶς διδάξη τό κάλλος, πού εἶναι ἡ ὡραιότης, ὡς στοιχεῖον ἀναγκαῖον τοῦ κόσμου μας.
Αὐτός ὁ καλός Διδά-σκαλος εἶναι καί σκαλεύς = σκαλίζων. Μέ περισσήν σπουδήν, θά σκαλίση ἐντός τῆς ψυχῆς καί τοῦ Νοός τοῦ μαθητοῦ, ὥστε νά “ἐξαναγκάση” τούς σπόρους τῶν ταλέντων του νά φυτρώσουν.
Δέν πρέπει νά διαφύγη τής προσοχῆς μας, στήν λέξιν Δ-ιδά-σκαλος καί ἡ ἔννοια τῆς ἰδέας. Ὁ ἔχων ἰδέας εἶναι ἕνας ἰδών ἤ αὐτός πού γνώρισε.
Ὁ γνωρίσας = ἰδών ἤ ὁ γνωρίζων = εἰδώς, ἔχει τήν ἱκανότητα νά παράγη εἵδη.

Βεβαίως ἡ ἱκανότης αὐτή ἀποκτᾶται κατόπιν διδαχῆς, ἀπό τόν Διδάσκαλον.
Ὁ Διδάσκαλος λοιπόν, ὁ ἀληθινός, ὁ χαρισματικός, εἶναι αὐτός πού κρατᾶ τήν δάδα, φωτίζοντας τόν δρόμον τοῦ μαθητοῦ πρός τήν γνῶσιν, ἀλλά καί πρός τό ἀγαθόν, τό καλόν, τό κόσμιον.
Συμπληρώνοντας τήν ἀναφοράν μου στήν λέξιν Διδάσκαλος, θά προσθέσω καί τήν σημασίαν τῶν Γραμμάτων, κατά τόν Κώδικα τῆς Ἑλληνικῆς μας Γλώσσης, ὅπως τόν συνέλαβε καί τόν κατέγραψε ὁ Δρ Θεολόγος Σημαιοφόρος.
Ἔτσι, λοιπόν, διά τῆς συλλαβῆς:
ΔΙ = σημαίνεται ἡ δύναμις, ἡ ὁποία ἀπαύστως λίγο-λίγο τροφοδοτεῖται καί τροφοδοτεῖ.
ΔΑ = διά δυνάμεως ἀρχικῆς.
Σ = σέ ἔσω χῶρον.
ΚΑ = ἐδῶ κάτω.
ΛΟς = τό φῶς, σέ ὡρισμένον χῶρον – σῶμα.

Διά τῆς πρώτης συλλαβῆς -ΔΙ- ἐκφράζεται ἡ δύναμις τῆς γνώσεως, τήν ὁποίαν ὁ ΔΙ-δάσκαλος ὀφείλει συνεχῶς νά ἀνανεώνη καί ἐν συνεχεία νά διαδίδη. Τήν ἔννοιαν τῆς λήψεως καί διαδόσεως τοῦ φωτός δηλώνει τό -Ι-, τό ὁποῖον κωδικῶς σημαίνει τήν κάθοδον τῆς ἀκτινοβολίας λίγο-λίγο καί συνεχῶς, ἀλλά καί τῆν ἀμφίδρομον κίνησιν.
Ἡ παρουσία τοῦ δευτέρου Δέλτα βεβαιώνει τήν δύναμιν τοῦ πέμποντος διδασκάλου καί τοῦ δέκτου μαθητοῦ.

Τό ἄφωνον -Σ- πού σημαίνει τό ἐντός, ἀφορᾶ τήν λῆψιν τῆς γνώσεως, ἐντός τοῦ Νοός τοῦ μαθητοῦ.
Ἡ συλλαβή ΚΑ ὁρίζει τόν χῶρον ἐδῶ κάτω, ὅπου ἡ διδασκαλία λαμβάνει χώραν. Τέλος ἡ συλλαβή ΛΟΣ σημαίνει διά τοῦ -Λ- τόν φωτισμόν, τόν ὁποῖον δέχεται ὁ μαθητής.

Ἡ κωδική, λοιπόν, ἀπόδοσις τῆς ἐννοίας Διδάσκαλος εἶναι: 
ἡ λῆψις ἀπό τόν διδάσκαλον συνεχοῦς γνώσεως, ἡ ὁποία μεταβιβάζεται στόν μαθητήν. Εἶναι μία διεργασία πού συντελεῖται ἐσωτερικῶς, στόν Νούν καί τήν ψυχήν τοῦ διδασκομένου. Καί τέλος, εἶναι ἡ φώτισις πού ἐπιτυγχάνεται, ὅταν ὁ διδάσκων εἶναι ο σκαλεύς καί ὁ μαθητής καλός δέκτης.

 
ΠΗΓΗ:http://www.ellinlogos.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82/

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Χαρακτηριστικά του στρατηγικού ηγέτη


Ν. Λυγερός

Αν και πολλοί θεωρούν ότι ο ηγέτης πρέπει να είναι δίκαιος, το πρέπον είναι διαφορετικό, αλλιώς θα είχαμε μόνο και μόνο το χαρακτηριστικό του δικαστή, ενώ ξέρουμε ότι η στρατηγική εμπεριέχει τη νομική που εμπεριέχει την πραγματικότητα.

Μόνο που αυτή δεν είναι παρά μόνο το πρώτο στάδιο, το επόμενο είναι η πράξη και στη συνέχεια έχουμε το όραμα, που είναι μια μετα-στρατηγική οντότητα, μετά έχουμε την ουτοπία, που παράγει την επόμενη πραγματικότητα, και τελικά το αδιανόητο που είναι η πηγή έμπνευσης για τους εφευρέτες και τους ηγέτες που έχουν ευρηματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο είναι πιο κατανοητή η παράδοξη έκφραση περί του ηγέτη. Ο ηγέτης είναι αυτός που είναι στρατηγικά άδικος με όλους.

Μέσω του χρόνου μπορούμε να απορρίψουμε το παράλογο μιας απλοϊκής προσέγγισης. Όντως η φαινομενικά αδικία μπορεί να ενοχλεί αυτούς που κοιτάζουν, ενώ αυτοί που βλέπουν κατανοούν ότι πρόκειται για μια μετα-δικαιοσύνη. Με άλλα λόγια, ο ηγέτης προετοιμάζει την επόμενη πραγματικότητα που θα είναι δίκαιη. Και τα παραδείγματα του Μέγα Αλέξανδρου ή του Κολοκοτρώνη είναι χαρακτηριστικά.

Αν συνδυάσουμε αυτά τα δεδομένα με την ιεραρχία της τακτικής, του επιχειρησιακού, της στρατηγικής και της υψηλής στρατηγικής τότε μπορούμε να αντιληφθούμε την πολυπλοκότητα του παράδοξου σε σχέση με την ορθολογική σκέψη, αφού η υψηλή στρατηγική μπορεί να αναιρέσει όλο το προηγούμενο πλαίσιο λόγω της αναγκαιότητας. Με άλλα λόγια ο ηγέτης είναι εξωπραγματικός, διότι παράγει την επόμενη πραγματικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι δυνατόν να αναδείξουμε ένα υπέρ-νοούμενο του ηγέτη, το οποίο έχει άμεση σχέση με την στρατηγική. Και αυτό εκφράζεται με τον εξής νεολογισμό: στρατηγέτης. Η εξήγηση είναι απλή δίχως να είναι απλοϊκή. 


Το πρώτο σημείο είναι το εξής, τι είναι ένας ηγέτης δίχως στρατηγική; Απλώς ένας δικτάτορας, διότι δεν χρησιμοποιεί πια μια τέχνη του πολέμου που έχει επινοηθεί για τον αδύναμο που αντιμετωπίζει έναν ισχυρότερο αντίπαλο, γιατί θεωρεί ότι η ισχύς του είναι αυτονόητη. 

Έτσι δεν ακολουθεί πια αρχές, αφού είναι η αρχή που καθοδηγεί τα πάντα. Μια συνέπεια του πρώτου σημείου είναι το δεύτερο, δηλαδή τον εκφυλισμό της ανθρώπινης οντότητας, που προέρχεται από την επιρροή της εξουσίας πάνω στην ουσία.

Η θεσμική εξουσία δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την ηγεσία αλλά περισσότερο με την αυθαιρεσία.

Ο στρατηγέτης δεν είναι αυθαίρετος διότι λειτουργεί με τους κανόνες της στρατηγικής και τις αξίες της υψηλής στρατηγικής. Έτσι, με αυτό το υπερ-νοούμενο μπορούμε να καθορίσουμε την ολότητα της πολυπλοκότητας του ηγέτη και έχουμε έναν ορισμό που εμπεριέχει την έννοια της αποτελεσματικότητας και της ανθεκτικότητας, έννοιες που σχετίζονται με τον στρατηγιστή και με τον στρατηγό.

Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να εκφραστούμε για την κοινή τομή χρησιμοποιώντας την έννοια του στρατηγέτη, που αποτελεί τον πυρήνα του ηγέτη και αναδεικνύεται στις πολεμικές φάσεις όπου δηλώνονται οι δυνατότητες που μετατρέπονται σε πραγματικότητες και μόνο για να έχουμε τα χαρακτηριστικά του στρατηγικού ηγέτη.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Κοινωνική μηχανική



Η κοινωνική μηχανική έχει ονομαστεί κατά καιρούς «επιστήμη της εκμετάλλευσης του έμψυχου υλικού», «τέχνη της απάτης», «μυστικά της εξουσίας», «χειρισμός των κατωτέρων», «wetware management», «real politiκ», κ.ά…


Οι πλέον πονηροί σίγουρα έχουν παρατηρήσει αρκετά από τα διδάγματά της. Δεν είναι μια πραγματική επιστήμη, και δεν τη διδάσκουν (τουλάχιστον ανοιχτά) στα πανεπιστήμια ή στις σχολές. Είναι βασικά μια σταχυολόγηση διάφορων τεχνικών, που έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιήσει διάφοροι εξουσιαστές (πολιτικοί, άρχοντες, παράγοντες, αρχηγοί, κτλ) για να ελέγχουν το πλήθος [ή «μάζα» ή «λαό» ή «κοπάδι» ή «res» («πράγματα»), ή όπως αλλιώς ονομάζουν την κατευθυνόμενη μάζα της ανθρωπότητας].



Όπως κάποιοι συνέλεξαν τα τρικ που ανακάλυψαν δια τους αιώνες οι έμποροι για τον υπολογισμό και την αύξηση του κέρδους τους και έφτιαξαν τις επιστήμες των μαθηματικών και της στατιστικής, έτσι, εδώ και αρκετά χρόνια, κάποιοι μελετούν την απάτη με καθαρά επιστημονικό τρόπο και την έχουν μετατρέψει σε μια πραγματική επιστήμη.



Μια επιστήμη δυνατότερη και σημαντικότερη από όλες τις άλλες, γιατί δίνει σ” αυτόν που την κατέχει άμεσα δύναμη και εξουσία. Οι λεγόμενες «ανώτερες τάξεις» δικαιολογούν την υποθετική ανωτερότητά τους απλώς και μόνο επειδή έχουν τη γνώση της κοινωνικής μηχανικής. Θεωρούν τον εαυτό τους κατάλληλο να εξουσιάζει, γιατί αυτοί γνωρίζουν το χειρισμό της κοινωνικής μηχανικής. Ενώ η «ανόητη μάζα», οι «αμόρφωτοι», το «πλήθος», δεν τη γνωρίζουν, οπότε δεν έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τον εαυτό τους…”



Με άλλα λόγια, η κοινωνική μηχανική είναι η βασικότερη γνώση αυτών που μας κυβερνούν, είτε είναι πολιτικοί, είτε αφεντικά, είτε οποιουδήποτε άλλου είδους «αριστοκρατία»: Είναι η γνώση του πώς να κάνεις τα κορόιδα να δουλεύουν για σένα και να νομίζουν, μάλιστα, ότι δεν γίνεται αλλιώς…



Κοινωνική Μηχανική: "Η τέχνη της απάτης"

Α}-Αποσιώπηση: Θέλοντας να πείσουν κάποιον για κάτι, οι επίδοξοι κοινωνικοί μηχανικοί δεν λένε ψέματα, αλλά πολλές φορές αποσιωπούν κάποια κομμάτια των πραγματικών γεγονότων. Έτσι καταφέρνουν ουσιαστικά να παρουσιάσουν τα γεγονότα όπως τους συμφέρουν, χωρίς όμως να μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει ως ψεύτες.
Π.χ. ένας πολιτικός είναι εύκολο να παρουσιάσει ως συμφέρουσα την αγορά ενός οπλικού συστήματος, αν αποσιωπήσει ότι έχει δεχτεί καλύτερες προσφορές για ένα καλύτερο οπλικό σύστημα. Σήμερα, με τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. από συγκεκριμένα συμφέροντα, οι πληροφορίες και οι ειδήσεις «φιλτράρονται» και πολλές αλήθειες, που θα μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο, δεν βγαίνουν ποτέ στο φως. Επίσης, ακολουθώντας την ίδια λογική, ένας κοινωνικός μηχανικός δεν απαντά ποτέ απευθείας σε μια ερώτηση που δεν τον συμφέρει. Απαντά κάτι άσχετο ή αδιαφορεί τελείως. Αν απαντήσει, από τη μια δίνει αξία στην ερώτηση, από την άλλη υπάρχει ο κίνδυνος να αποκαλύψει κάτι που δεν γνωρίζουν οι ακροατές του.

Το ανάλογο αξίωμα της κοινωνικής μηχανικής είναι: «Αν κάτι δεν έχει αναφερθεί, δεν συνέβη ποτέ».

Β}-Εξευτελισμός της πληροφορίας: Αν κάποια πληροφορία ξεφύγει από τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. και φτάσει στα αυτιά των πολιτών, οι κοινωνικοί μηχανικοί δημιουργούν έντονες και παρατραβηγμένες, πολλές φορές τελείως παράλογες φήμες, οι οποίες όμως βασίζονται στις πραγματικές πληροφορίες. Αυτές τις σκορπούν στο κοινό με πλάγιες μεθόδους. Μετά, απορρίπτουν όλο το θέμα ως «παράλογο», «γραφικό», «παρανοϊκό» ή «συνωμοσιολογικό». Π.χ. αν ένα ολόκληρο χωριό δει έναν ιπτάμενο δίσκο να περνά από πάνω του, ο κοινωνικός μηχανικός που θέλει να αποσιωπήσει το γεγονός θα πάρει συνέντευξη από τον τρελό του χωριού και θα τον οδηγήσει με κατευθυνόμενες ερωτήσεις σε τρελές απαντήσεις, με τις οποίες μετά θα τροφοδοτήσει τα Μ.Μ.Ε. Αν κυκλοφορήσει στο Internet μια πληροφορία σχετικά με μια πραγματική συνωμοσία πολιτικών, τότε διάφορα κέντρα «εμπλουτίζουν» αυτήν την πληροφορία με λανθασμένες πληροφορίες, που είναι εύκολο να διαπιστώσει κάποιος ως ψεύτικες. Αν μια πραγματική μελέτη καταλήξει σε ένα σημαντικό συμπέρασμα, τότε «κατασκευάζεται» μια δεύτερη μελέτη, σχεδόν όμοια με την αρχική, η οποία όμως βγάζει προφανώς λανθασμένα ή προσβλητικά για το «κοινό αίσθημα» συμπεράσματα. 

Το διαπιστωμένο αξίωμα εδώ είναι: «Το πλήθος δεν μπορεί να ξεχωρίσει λεπτές διαφορές, αλλά προτιμά να απορρίπτει ολόκληρα τα ζητήματα, αν αυτά «μειωθούν» έντεχνα».

Γ}-Αυθεντία: Οι ανά τους αιώνες κοινωνικοί μηχανικοί, για να επιβάλλουν την εξουσία τους και σε γνωστικό επίπεδο, κατασκεύασαν τις «αυθεντίες». Πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι διαφημίζονται ως «ειδικοί» πάνω σε ένα θέμα από όλο το σώμα των Μ.Μ.Ε., μέχρι που το πλήθος τους ταυτίζει με αυτό.  Συνήθως αυτοί δημιουργούν μια επίπλαστη πραγματικότητα, την οποία ονομάζουν «πεδίο γνώσης» τους ή «επιστήμη» τους, την οποία ορίζουν με κάποιον στεγανό ή λογικοφανή τρόπο. Συνδυάζουν τα πλέον αποδεκτά πιστεύω των ανθρώπων που ασχολούνται με τα συγκεκριμένα θέματα και αποκρύπτουν επιμελώς όλες τις αδυναμίες και τα σκοτεινά σημεία, υποστηρίζοντας ότι η «γνώση» τους απαντά σε όλα τα ερωτήματα. Αν κάποιος ανακαλύψει κάτι που δεν αρέσει στους κοινωνικούς μηχανικούς, αυτοί καλούν την αυθεντία που σχετίζεται με το θέμα, η οποία απορρίπτει, εξευτελίζει και ακυρώνει τον πραγματικό ερευνητή.  

Αξίωμα: «Το πλήθος δεν μπορεί να δει τα πράγματα απρόσωπα. Κάθε ιδέα συγχέεται με αυτούς που τη διακινούν…»

Δ}-Επιτηδευμένη αντιπροσώπευση: Βασισμένοι στο προηγούμενο αξίωμα, αν μια κοινωνική κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο των κοινωνικών μηχανικών, τότε αυτοί προωθούν ένα δικό τους άνθρωπο, ο οποίος αναλαμβάνει την όλη κατάσταση ως «αντιπρόσωπός» της. Αυτός υποδύεται τον προφήτη και το φανατικό της κατάστασης, οπότε το πλήθος αρχίζει να θεωρεί τον ψεύτικο αυτόν αντιπρόσωπο ως πραγματικό. Αφού εργαστεί για κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα ως υπέρμαχος της κατάστασης αυτής, είτε γίνεται σημαντικός παράγοντάς της και τη διαβάλλει εκ των έσω, είτε καταφέρνει να ταυτιστεί μαζί της.Στη δεύτερη περίπτωση, ο ψεύτικος και επιτηδευμένος αντιπρόσωπος, αρχίζει σιγά-σιγά να αποκαλύπτεται ως απατεώνας, ως ύποπτος, ως ψεύτης, ως«αχυράνθρωπος».Το αποτέλεσμα; Όλο το θέμα ακυρώνεται μαζί του. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται η «προβοκάτσια», τα οποία καταλήγουν στον ξεσηκωμό του πλήθους ενάντια σε όσους υποστηρίζουν ένα θέμα και πολλές φορές σε θανάσιμες καταστάσεις.

Ε}-Παρεξήγηση και Βίαιη Συμπεριφορά: Αν κάποιος παρουσιάσει στον κοινωνικό μηχανικό κάτι που δεν τον συμφέρει, εκείνος θυμώνει επίτηδες, αγανακτεί για κάποιο άσχετο αλλά παρεμφερές θέμα και επιτίθεται στο συνομιλητή του. Αν ο κοινωνικός μηχανικός καταφέρει να βρει κάποιο αληθοφανή λόγο για να παρεξηγηθεί με το συνομιλητή του, το κάνει με όσο το δυνατόν πιο έντονο τρόπο, που ίσως υπονοεί και βία.Είναι βέβαιο ότι στην προσπάθεια να ηρεμήσουν τα πνεύματα, το θέμα που δεν συνέφερε στον κοινωνικό μηχανικό θα ξεχαστεί και θα θαφτεί. Αν το θέμα επανέλθει στο προσκήνιο, η κατάσταση επαναλαμβάνεται. Η ίδια τεχνική χρησιμοποιείται και για κοινωνικές εκδηλώσεις, π.χ. για μια διαδήλωση διαμαρτυρίας. Όταν δεν μπορεί να διαβάλει εκ των έσω την εκδήλωση (αυτός είναι ο πιο απλός τρόπος) ο κοινωνικός μηχανικός διοργανώνει μια ανάλογη διαδήλωση, ως διαμαρτυρία για κάποια λεπτομέρεια της διαμαρτυρίας των πρώτων (!) και την κατευθύνει έτσι ώστε να συναντηθεί με την πρώτη. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά και τα έχετε δει επανειλημμένα. 

Το αξίωμα της κοινωνικής μηχανικής σ’ αυτήν την περίπτωση είναι: «Κανείς δεν έχει δίκαιο, όταν ανάψουν τα αίματα».

Ζ}-Εξαφάνιση των Επικίνδυνων Στοιχείων: Όταν κάτι αποδεικνύει την ενοχή των κοινωνικών μηχανικών, αυτοί το εξαφανίζουν, όπως και κάθε σχετικό στοιχείο. Π.χ. αν ένας άνθρωπος έχει γίνει μάρτυρας σε ένα σημαντικό έγκλημα και οι εγκληματίες εξαφανίσουν τον ίδιο και την οικογένειά του, σχεδόν κανείς δεν θα ασχοληθεί αργότερα με το τι γνώριζε ο εξαφανισμένος, αν δεν έχει κάποια σημαντική ένδειξη για αυτό και ίσως ολόκληρο το έγκλημα ξεχαστεί. Οι φίλοι του μπορούν εύκολα να πειστούν ότι έχει ταξιδέψει κάπου ή ότι έπεσε θύμα κάποιου ατυχήματος. Στην περίπτωση που πρόκειται για κάποιο αντικείμενο, αν το αντικείμενο εξαφανιστεί, δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο. Αξίωμα: «Αν κάτι έχει φύγει από τη μέση, δεν μπορεί να δράσει εναντίον σου…»

Η}-Διάσπαση της Προσοχής: Αν κάποιο γεγονός τραβήξει την προσοχή του κοινού και βγει τελικά στο φως, οι κοινωνικοί μηχανικοί το αποδέχονται, αλλά αρχίζουν να το διανθίζουν με εκατομμύρια λεπτομέρειες και να επιμένουν στην «πλήρη και διεξοδική», αλλά ουσιαστικά αποπροσανατολιστική παρουσίασή του. Ταυτόχρονα, σκηνοθετούν ένα άλλο γεγονός, το οποίο αποκαλύπτουν όταν το κοινό έχει ήδη κουραστεί από το πρώτο γεγονός. Όταν το δεύτερο γεγονός «εκτοξευτεί» στα media, το κοινό έχει μια τάση να αποφεύγει να γυρίσει στο πρώτο θέμα, από το οποίο έχει ήδη κουραστεί, αλλά και έχει απογοητευτεί. Μετά, μακριά από την προσοχή του κοινού, μπορούν να γίνουν οι αναγκαίοι χειρισμοί για να καλυφθεί το θέμα…


ΣΧΟΛΙΑ 
Το θέμα έχει πολλές προεκτάσεις και έχει αναλυθεί σε περισσότερους παράγοντες από πολλούς. Όλα είναι προσβάσιμα σε ελεύθερες πηγές και βιβλία. 

Πηγή: http://www.terrapapers.com/?p=34300

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Μεταξύ δύο Κόσμων, Ιλιάδα-Ευαγγελικό κείμενο


Πρόλογος στο βιβλίο του Πάνου Τζώνου: Ιλιάδα ο κόσμος μαςεκδ. Εξάντας, Αθήνα 2003
Θεόδωρος Ι. Ζιάκας
Το βιβλίο αυτό διαπιστώνει ότι το σύστημα κοσμοθεωρητικού προσανατολισμού, που προσφέρει το κείμενο της Ιλιάδας για τον κόσμο της Ιωνίας του 8ου π.Χ. αιώνα, παραμένει αξιόπιστο και για τον σύγχρονο δικό μας κόσμο. Το ίδιο διαπιστώνει και για το Ευαγγελικό κείμενο, ένα κείμενο τον 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ., όπως τουλάχιστον το προσέλαβαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας.
Αλλά πώς μπορούν οι κόσμοι των κειμένων αυτών να είναι και δικός μας κόσμος; Αυτό είναι το προκλητικό ερώτημα του βιβλίου.
Οι «κόσμοι» των δύο κειμένων είναι κοσμο-εικόνες, αντιλήψεις για τον κόσμο. Όχι ο ίδιος ο κόσμος. Οπότε, ή ο κόσμος είναι δεδομένος και ανεξάρτητος από τα κείμενα, ή είναι δημιούργημά τους.
Με άλλα λόγια: Ή υπάρχει μια στατική, αναλλοίωτη ανθρώπινη «φύση» και τα μεγάλα πολιτισμικά κείμενα μας λένε απλώς «τι είναι και πώς λειτουργεί», ή η εν λόγω «φύση μας» δεν είναι και τόσο «δεδομένη και αναλλοίωτη». Δηλαδή είναι κάτι που διαπλάθεται, με βάση ενυπάρχουσες ίσως δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν ενεργοποιούνται από μόνες τους, αυτόματα, αλλά χρειάζονται ειδικές πολιτισμικές επεξεργασίες, κατευθυνόμενες από τη γνώση των δυνατοτήτων αυτών, δηλαδή από κάποια «μεγάλα κείμενα».
Αν υπάρχει ανθρώπινη φύση, που επιδέχεται «καλή αλλοίωση», τότε ο ρόλος των μεγάλων κειμένων εμφανίζεται πράγματι ουσιαστικός: Εφόσον αυτά μας «έφτιαξαν» είναι όντως ο «κόσμος μας». Περιέχουν τα «πρότυπα», τους «ελκυστές», τα «κέντρα έλξης», του κόσμου μας.
Εδώ μεσολαβεί όμως ένα δεύτερο παράδοξο: Πώς μπορεί το ιλιαδικό κείμενο να είναι «ο κόσμος μας» και το ευαγγελικό κείμενο να είναι επίσης «ο κόσμος μας», αφού τα πρότυπά τους είναι εντελώς διαφορετικά και εν πολλοίς ασυμβίβαστα; Αν ο κόσμος μας είναι «και των δύο», τότε πρέπει να βρισκόμαστε κάπου «ανάμεσα», σαν σε κάποιου είδους ελλειπτική τροχιά γύρω από δύο εστιακά κέντρα. Θα πρέπει να μιλάμε τότε για μια «ένταξη» στους διαφορετικούς κόσμους τους και συνάμα για «απόκλιση» απ' αυτούς.
Μ' αυτή την ελλειπτική έννοια -και με τα δύο νοήματα του όρου- η Ιλιάδα είναι όντως ο κόσμος μας. Θα διευκρινίσω την ιδιότυπη αυτή ιδέα του βιβλίου με δύο παραδείγματα, το ένα χριστιανικό και το άλλο ομηρικό.


α. Χριστιανικό παράδειγμα: «Χριστός ανέστη και χρόνια πολλά!»
Μια φορά (πρόκειται για αληθινή ιστορία) επιστρέφοντας από τη λειτουργία της Αναστάσεως, ο «προοδευτικός» (τότε) Τάσιος (Αναστάσιος), εύχεται στον πατέρα του «χρόνια πολλά».
- «Τον κακό σου τον καιρό», του αποκρίνεται ο γέρος!
Πέρασαν «χρόνια πολλά», για να κατανοήσει ο Τάσιος το νόημα της απάντησης: Εφόσον ο Χριστός αναστήθηκε, είναι φανερό ότι ο θάνατος πατήθηκε, ότι το κράτος του καταλύθηκε. Το να ζητάμε το λίγο, όταν έχουμε το παν, είναι τουλάχιστον ηλιθιότητα. Τον κακό μας τον καιρό λοιπόν.
Ο γέρος βρισκόταν, προφανώς, στον αναστάσιμο κόσμο του. Ήθελε να ανήκει σ' αυτόν ολοκληρωτικά. Ο γιος του, ο Τάσιος, ανήκοντας στον νεωτερικό μας κόσμο, δεν πίστευε στην Ανάσταση. Εφόσον όμως μετείχε στην «εορτή των εορτών», την «πανήγυρη των πανηγύρεων», μετείχε εν μέρει και στον πατερικό κόσμο. Ο πατερικός κόσμος ήταν, εν μέρει, και δικός του κόσμος: «ο κόσμος μας».
Το παράδειγμα δίνει τις δυο «ακραίες» γραμμές του φάσματος. Ο «Χριστός ανέστη», η μία. «Χρόνια πολλά», η άλλη. Ο πολύς κόσμος (μας) βρίσκεται ανάμεσα. Τα λέει και τα δύο μαζί: «Χριστός ανέστη και χρόνια πολλά!»
β. Ομηρικό παράδειγμα: το επεισόδιο Αχιλλέα -Λυκάονα.


Ο Αχιλλέας είχε αιχμαλωτίσει τον γιο τον Πριάμου, Λυκάονα, και τον είχε πουλήσει στη Λήμνο, αλλά τον εξαγόρασαν οι δικοί του. Έντεκα μέρες γλεντούσε με τους φίλους του, καθώς ήρθε από τη Λήμνο. Πάνω στις δώδεκα όμως τον ξανάριξε ο θεός στα χέρια του Αχιλλέα.
Ήταν τη στιγμή που έφευγε από το ποτάμι, όπου είχε αναμερίσει να δροσιστεί. Ήταν χωρίς περικεφαλαία και ασπίδα. Ούτε δόρυ δεν είχε. Όλα τα είχε ρίξει κάτω - γιατί τον βασάνιζε ο κάματος κι ο ιδρώτας.
Βλέποντάς τον, ο Αχιλλέας οργίστηκε και ετοιμάστηκε να τον στείλει κατευθείαν στον άλλο κόσμο. Αλλά εκείνος μόλις τον είδε έτρεξε, γονάτισε μπροστά του και με χίλια παρακάλια του ζητούσε να τον λυπηθεί. Λαχταρούσε με την καρδιά του να ξεφύγει τον κακό θάνατο και τη μαύρη μοίρα. «Χρόνια πολλά» ζητούσε ο κακομοίρης!
«... τίη όλοφύρεαι ούτως;» (τι ολοφύρεσαι έτσι;), άκουσε τη βροντερή φωνή του Αχιλλέα. Εδώ πέθανε ο Πάτροκλος, που ήταν πολύ καλύτερός σου. Δεν βλέπεις πόσο κι εγώ είμαι ωραίος και μεγαλόσωμος; Κι είμαι από γενναίο πατέρα κι από θεά μητέρα. Όμως και μένα με περιμένει ο θάνατος και η δυνατή η μοίρα. Και του βυθίζει το σπαθί στο σβέρκο.
[.«...αλλά, φίλος, Θάνε και συ. τίη ολοφύρεαι ούτως; / κάτθανε και Πάτροκλος, ό περ σέο πολλόν αμείνων. / Ούχ οράας οίος καί εγώ καλός τε μέγας τε; / πατρός δ' είμ' αγαθοίο, θεά δέ με γείνατο μήτηρ / αλλ' επί τοι καί εμοί θάνατος καί μοίρα κραταιή » (Φ 100-110).]
Η φράση έγινε παροιμιώδης: «Κάτθανε και Πάτροκλος». 
Τουτέστιν: Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι να πεθάνουμε έντιμα και ένδοξα.
Αυτός είναι ο κόσμος της Ιλιάδας.

Ο Αχιλλέας πιστεύει, βεβαίως, στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής, αλλά μη νομιστεί ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν λογαριάζει τον θάνατο. Αυτή η αθανασία της ψυχής δεν έχει καμιά αξία. Καλύτερα δούλος σ' αυτή τη ζωή παρά βασιλιάς στην άλλη, δηλώνει κατηγορηματικά. Μόνο αυτή εδώ, η μοναδική ζωή μας, έχει αξία.

Η αθανασία των Ορφικών, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, και όλων των μεταγενέστερων, έχει απαξιωθεί προκαταβολικά στην αυγή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, από τον Ποιητή των ποιητών, ο οποίος «την Ελλάδα πεπαίδευκεν», κατά τον ίδιο τον αρνητή του, τον Πλάτωνα. (Πολιτεία 606 e.) Μόνο την Ανάσταση θα ήταν διατεθειμένος να συζητήσει ο Ποιητής.
Το διαβλέπουμε στα λόγια του Σαρπηδόνα:
 «Καλέ μου, αν ήταν απ' τον πόλεμο ξεφεύγοντας ετούτον /εμείς αγέραστοι κι αθάνατοι να ζήσουμε αιώνια, / μήτε κι εγώ μαθές ανάμεσα στους πρώτους θα χτυπιόμουν, / μήτε να μπεις και σένα θα 'σπρωχνα στην δοξαντρούσα μάχη. / Μα τώρα έτσι κι αλλιώς μας ζώνουνε του χάρου οι Λάμιες όλους, / αρίφνητες. Θνητός δε δύνεται να τις ξεφύγει. Πάμε / να ιδούμε κάποιο αν θα δοξάσουμε για αν μας δοξάσει κάποιος!». [Μ 322 - 328, μτφ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή.]

Τα δικά μας «χρόνια πολλά» είναι μάλλον σαν του Λυκάονα. Συνιστούν αυταξία. Αποφυγή του θανάτου πάση θυσία. Βεβαίως δεν υποτιμούμε την «ποιοτική» διάσταση της ζωής, αλλά τη βάζουμε δεύτερη. Γι' αυτό και στην ευχή «χρόνια πολλά» προσθέτουμε συνήθως «και καλά». Το τι σήμερα εννοούμε «καλά» ας μην το σχολιάσουμε καλύτερα...
Αν στον γέρο Όμηρο ευχόμασταν τέτοιου είδους «χρόνια πολλά» θα εισπράτταμε σίγουρα ένα «τον κακό σου τον καιρό». Συνεπώς είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν πιστεύουμε στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής και συγχρόνως μακριά του, αν της δίνουμε αξία. Είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν καταφάσκουμε τη ζωή, αλλά πολύ μακριά του, αν αυτό που καταφάσκουμε είναι η «ζωούλα» μας.
Αλλά πού τέμνεται ο κόσμος του Ευαγγελίου και ο κόσμος της Ιλιάδας; Προφανώς στον κακό μας τον καιρό. Στο ότι ο Όμηρος απαιτεί αρετή και τόλμη. Στο ότι όλο το ομηρικό έπος είναι «αρετής έπαινος». [«Πάσα μεν η ποίησις τω Ομήρω αρετής έστιν έπαινος». (Μέγας Βασίλειος, Προς τους νέους, Υ26.)] Τέμνεται επίσης στην αναστάσιμη «ποιότητα διαθέσεως». [Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια θεολογικά, VI κ', ΡΟ τ. 90, στ. 1312C] Υπ' αυτή την έννοια είναι και δεν είναι «ο κόσμος μας».

Θα κλείσω το σημείωμά μου με την διαστολή του νεωτερικού από το ομηρικό πρότυπο: Και τα δύο είναι «ατομοκεντρικά», με την έννοια ότι ξεχωρίζουν το άτομο από την ομάδα και του δίνουν αξία. Όμως το ομηρικό άτομο είναι «πολύ πιο άτομο» από το άτομο του νεωτερικού Διαφωτισμού. Το δεύτερο είναι λιγότερο συνεκτικό από το πρώτο, πράγμα που οφείλεται, μάλλον, στην ανεπαρκή χειραφέτησή του από τον μεσαιωνικό κολεκτιβισμό.
                                                              Πηγή: Αντίφωνο (Ισοκράτης)

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Τελευταία συνάντηση του Μάριου Πλωρίτη με τον Νίκο Καζαντζάκη - Αποχαιρετισμός


εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ(1/11/1957)

Τις τρεις τέσσερις φορές, που ιδωθήκαμε κείνο το καιρό, τις ώρες που καθήσαμε κουβεντιάζοντας μέσα στο σκιερό δωμάτιο, αγάπη κι αγανάχτηση μαζί με πλημμύριζαν. Αγάπη για κείνον, αγανάχτηση για τους διώχτες του. Ο προδότης των “ελληνικών θεσμών” λαχταρούσε αδιάκοπα για την Ελλάδα – ο “άθεος” μιλούσε κάθε τόσο για την αγωνία του να βρει και να σώσει το Θεό του – ο “ανήθικος” ήταν η φλεγόμενη βάτος της Αρετής - ο πουλημένος “κουκουές” ήταν ο ακατάβλητος εραστής της Ελευθερίας… Φυσικά για να τ’ ανακαλύψεις όλα αυτά, δε χρειαζότανε να γνωρίσεις από κοντά τον Καζαντζάκη. Ολόκληρο το έργο του 50 χρόνων, τα διαλαλεί. Χρειαζόταν όμως καλή πίστη και τίμιος νους για να τα παραδεχτείς. Κι αυτά λείπανε από τους “σταυρωτές” του.

Άμα γνώριζες όμως από κοντά τον Καζαντζάκη – πόσο επικίνδυνη και τις περισσότερες φορές, απογοητευτική, είναι η προσέγγιση των ανθρώπων που τιμάς και θαυμάζεις! – άμα τον γνώριζες από κοντά, έβλεπες πως ο καθημερινός Άνθρωπος ήταν ολότελα συνεπής με τον Πνευματικό. Πως δεν ήταν λόγια για κατανάλωση, όσα είχε χαράξει στο χαρτί, αλλά η κραυγή του αίματος και του νου του. Ο ένσαρκος Καζαντζάκης δεν πρόδινε ούτε κατά ιώτα εν το πνεύμα του.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό – και το πιο ελκυστικό του- γνώρισμα, ήταν η απλότητά του. Ούτε ο πολύχρονος στοχασμός, ούτε η ακατάπαυστη μάχη του με τον εαυτό του, ούτε η παγκόσμια δόξα που είχε (τόσο αργά) κερδίσει, τον αποξένωσαν απ’ τους ανθρώπους ή τούδωσαν την ελάχιστη έπαρση. Κάποια στιγμή που μούφερε μια ωραιότατη γερμανική έκδοση του “Τελευταίου Πειρασμού” (μόλις τότε είχε κυκλοφορήσει) τα κουρασμένα μάτια του πήραν μια φωτερή λάμψη. Μα, περισσότερο απ’ την ικανοποίηση για την επιβράβευση του “καλού αγώνα” του, μου φάνηκε πως χαιρόταν ο εραστής του ωραίου. Τα μακριά του δάχτυλα χάιδευαν το βαθυπράσινο δέσιμο του βιβλίου με την απόλαυση ενός φλωρεντινού “ντιλεντάντε”.

Η Ελλάδα ήταν αδιάκοπα μέσα στις κουβέντες μας. Οι μακρινοί φίλοι και, καμιά φορά, οι ξέφρενοι εχθροί. Ο Καζαντζάκης δεν αγαναχτούσε. Δεχόταν μακρόθυμα τους λιθοβολισμούς. Μόνο, μια στιγμή, είπε λυπημένα:
-Γιατί φωνάζουν; Εγώ δε ζήτησα τίποτα, δε θέλησα να πάρω τίποτα από κανέναν. Ο καθένας κάνει το έργο του, όπως νομίζει κι όπως μπορεί. Ο καθένας προσπαθεί να υποτάξει την τίγρη που τον καβαλάει στη ράχη. Όλη μου τη ζωή πάλαιψα κι εγώ, όπως όλοι. Έκανα αυτό που πίστευα, ας κάνουν κι οι άλλοι αυτό που πιστεύουν…
Βυθισμένος στην πολυθρόνα του μ’ ενωμένα τα δάχτυλα των χεριών του, κοιτούσε ίσια μπρος, σα νάβλεπε -ατέλειωτο μονοπάτι- αυτή τη ζωή, τη γεμάτη αγωνία, δάκρυα, αίμα, πίστεις κερδισμένες και πίστεις απαρνημένες, ακόρεστη δίψα να εισχωρήσει στο μυστήριο της ζωής, που όλο και το πλησίαζε, κι όλο του ξέφευγε απ’ τα χέρια…
Τώρα δεν του απόμενε παρα η κουρασμένη σάρκα του -που την υπονόμευε, από μέσα, το ίδιο του το αίμα- και το ακούραστο πνεύμα του. Μ’ αυτό αντιμετώπιζε θαρραλέα τη σκιά του θανάτου, που γινόταν όλο και πιο βαριά, όλο και πιο κοντινή. Τελευταίες του, τώρα, χαρές, το άσπρο χαρτί και τα ταξίδια. Αυτός ο γιος του Ομήρου ονειρευόταν τις στερνές περιπλανήσεις του.
-Θέλω να πάω στη Νότιο Αμερική, μου έλεγε. Είν’ ένας κόσμος που δεν τόνε γνώρισα και που μου ξυπνάει πάντα το νου… Θέλω να ξαναπάω στην Κίνα και την Ιαπωνία. Τεράστιες αλλαγές έγιναν από τότε που ξαναήμουνα εκεί.
Το πρώτο ταξίδι δεν μπόρεσε να το πραγματοποιήσει ποτέ. Το δεύτερο, που το κατόρθωσε, τον έστειλε στον τάφο…
-Κι η Ελλάδα; τον ρώτησα.
-Η Ελλάδα είναι η μεγάλη Μάνα, έκανε ζωηρά. Δεν έχει σημασία κι αν βρίσκομαι μακριά της. Την Ελλάδα την έχω μέσα μου. Και πιο πολύ την Κρήτη… Έπειτα, κι εδώ που βρισκόμαστε είναι Ελλάδα. Την Αντίπολη(*) δεν τη χτίσανε Έλληνες, Ίωνες; Μα είτε εδώ, είτε αλλού, η Ελλάδα μ’ ακολουθεί παντού και πάντα…
Έπειτα, πρόστεσε πιο χαμηλόφωνα:
-Όμως θέλω να πεθάνω στην Κρήτη. Είναι η γη μου. Εκεί στο Κάστρο (Ηράκλειο). Κι αν δεν προφτάσω να πεθάνω εκεί, εκεί θέλω να με θάψουνε. Το χώμα της Κρήτης έφτιασε το αίμα μου – αυτό θέλω να το πιει…
Η Μοίρα δεν τον άφησε να ξαναδεί τον ήλιο της Κρήτης. Μόνο η γης της θα του δώσει τη στερνή χαρά…
Λίγο αργότερα με ξεπροβόδισε ως την πόρτα του κήπου του. Για τελευταία φορά, τούσφιξα το μακρύ, λιγνό χέρι του.
- Ο Θεός μαζί σας, μούπε όπως έλεγε πάντα. Και πρόστεσε:
-Νάσαστε ευτυχισμένος που γεννηθήκατε Έλληνας.
Στη στροφή του δρόμου γύρισα τα μάτια μου πίσω. Η αλύγιστη σιλουέτα του Ψηλορείτη είχε μείνει ασάλευτη, βιβλική στο κατώφλι. Δεν την ξαναείδα πια…

ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ

(*) Αντίπολη. Αρχαία πόλη της Κυανής Ακτής κοντά στη Μασσαλία, που ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους, η σημερινή Αντίμπ της Γαλλίας.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Εθνικό συμφέρον: Θεωρητική προσέγγιση με την οπτική της Θουκυδίδειας παράδοσης



Ο όρος εθνικό συμφέρον δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί αντικειμενικά, γιατί εμπεριέχει μια καθαρά υποκειμενική έννοια: το συμφέρον. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γεώργιο Μπαμπινιώτη ετυμολογικά ως συμφέρον ορίζεται «ό,τι αποκομίζει κανείς ως όφελος», «οτιδήποτε ευνοεί ή υπηρετεί κάποιον» και «δημόσιο συμφέρον είναι αυτό που αφορά στα μέλη μιας κοινωνίας, ενός συνόλου». 

Από τα παραπάνω μπορούμε να συνάγουμε ότι το εθνικό συμφέρον είναι ένα «δημόσιο συμφέρον», με την έννοια ότι αφορά το σύνολο μίας κοινωνίας, είτε αυτή είναι το σημερινό έθνος-κράτος ή η πόλη-κράτος της αρχαιότητας. 

Σύμφωνα με τον καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστο «Τα εθνικά συμφέροντα οριοθετούν τον σκοπό της εθνικής στρατηγικής και προσφέρουν ένα διαρκή θεμελιώδη προσανατολισμό των τακτικών επιλογών των κρατικών θεσμών που εμπλέκονται στην ανάλυση, εκτίμηση, σχεδιασμό και εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής»2 . Διακρίνει δε την έννοια του «εθνικού συμφέροντος» στις διακρατικές σχέσεις σε «συμφέρον επιβίωσης»4 , «ζωτικό συμφέρον»5 , «μείζον συμφέρον»6  και «δευτερογενή συμφέροντα»7 .

Στο Σύνταγμα των Ελλήνων έχει εισαχθεί και ο όρος «σπουδαίο εθνικό συμφέρον». Το Άρθρο 28 του Συντάγματος προβλέπει περιπτώσεις περιορισμού της εθνικής μας κυριαρχίας, «εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον». Αν και το παραπάνω Άρθρο «αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει και εθνικό συμφέρον που δεν είναι και τόσο σπουδαίο.

Ως έννοια το εθνικό συμφέρον το συναντάμε από την αρχαιότητα, μαζί με την έννοια του κοινού καλού ήτοι του κοινού συμφέροντος. Στον περίφημο διάλογο Αθηναίων-Μηλίων που μας περιγράφει ο Θουκυδίδης9 , οι ισχυροί Αθηναίοι προσπαθούν να πείσουν τους Μήλιους να υποταχθούν, ισχυριζόμενοι ότι το πράττουν για το καλό τους, λέγοντάς τους: «… σε κάθε σημείο που νομίζετε πως δε μιλάμε όπως είναι το συμφέρον σας, να μας σταματάτε και να λέτε τη γνώμη σας». 

Οι Μήλιοι όμως που βρίσκονται σε δυσχερή θέση λόγω της αδυναμίας τους, προσπαθούν να ισχυριστούν ότι υπάρχει και το κοινό καλό, λέγοντας: «Όπως εμείς τουλάχιστο νομίζουμε, είναι χρήσιμο (ανάγκη να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή εσείς τέτοια βάση βάλατε στη συζήτησή μας, να αφήσουμε κατά μέρος το δίκαιο και να μιλάμε για το συμφέρον) να μην καταργήσετε σεις αυτό το κοινό καλό, αλλά να υπάρχουν, γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, τα εύλογα και τα δίκαια και να ωφελείται κάπως αν πείσει, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δε βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου».

Οι Αθηναίοι στη συνέχεια επικαλούμενοι και αυτοί με τη σειρά τους το κοινό καλό, λένε: «Εκείνο όμως που θέλουμε τώρα να κάνουμε φανερό σε σας είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και όσα θα πούμε τώρα σκοπό έχουν τη σωτηρία της πολιτείας σας, επειδή θέλουμε και χωρίς κόπο να σας εξουσιάσουμε και για το συμφέρον και των δυο μας να σωθείτε». 

Και οι Μήλιοι απαντούν: «Και πώς μπορεί να συμβεί να είναι ίδια συμφέρον σε μας να γίνουμε δούλοι, όπως σε σας να γίνετε κύριοί μας;» 

Και οι Αθηναίοι απαντούν μάλλον κυνικά: «Επειδή σεις θα έχετε τη δυνατότητα να υποταχθείτε πριν να πάθετε τις πιο μεγάλες συμφορές, κι εμείς, αν δε σας καταστρέψουμε, θα έχουμε κέρδος». 
Από τον παραπάνω διάλογο είναι προφανές ότι το κοινό καλό (κοινό συμφέρον) επιδέχεται πολλές ερμηνείες και είναι δύσκολο να βρεθεί η χρυσή τομή έτσι ώστε μια αντιπαράθεση να μη γίνει ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος (Zero sum game), αλλά να ωφεληθούν όλες οι πλευρές.

Λόγω της ισχυρής νομιμοποίησης που παρέχει ο όρος εθνικό συμφέρον, χρησιμοποιείται σήμερα ευρέως από τις εκάστοτε κυβερνήσεις των κρατών και τους πολιτικούς γενικότερα, από τους δημοσιογράφους, τους στρατηγικούς αναλυτές, τους ακαδημαϊκούς και γενικά από όλους όσους θέλουν να υποστηρίξουν με λόγια ή πράξεις μια απόφαση η οποία επηρεάζει το σύνολο μιας κοινωνίας. Όλα γίνονται για να εξυπηρετηθεί το εθνικό συμφέρον.

Για την εξυπηρέτηση παραδείγματος χάριν του εθνικού μας συμφέροντος, άλλοι υποστηρίζουν τις δανειακές συμβάσεις (μνημόνια) και άλλοι τις καταριούνται, άλλοι υποστηρίζουν την άμεση ανακήρυξη της ΑΟΖ και άλλοι είναι αντίθετοι, άλλοι επιθυμούν την έξοδο από την Ευρωζώνη και την επιστροφή στη δραχμή και άλλοι την παραμονή μας και ου το καθεξής.

Παρακολουθώντας τις συζητήσεις στη Βουλή των Ελλήνων είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι όλοι υποστηρίζουν το εθνικό συμφέρον, άσχετα εάν οι θέσεις τους για το ίδιο θέμα είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Και αυτό είναι φυσικό επακόλουθο της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, καθόσον για τα κόμματα τις περισσότερες φορές προέχει το κομματικό συμφέρον, το οποίο όμως το βαφτίζουν με ευκολία ως εθνικό συμφέρον. Αυτό φυσικά δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο, αλλά απ΄ ότι φαίνεται ευδοκιμεί καλύτερα στη χώρα μας. Αυτό που χαρακτηρίζει επίσης τα ελληνικά δρώμενα είναι ότι συχνά όποιος δεν συμμερίζεται την δική μας άποψη θεωρείται προδότης, γιατί απλά οι απόψεις του είναι ενάντια στο εθνικό συμφέρον.

Από τις θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων, οι ρεαλιστικές θεωρίες είναι αυτές που επιτρέπουν διαφορετικές προσεγγίσεις στην έννοια του εθνικού συμφέροντος10.  Οι ρεαλιστικές θεωρίες, οι οποίες αποτελούν την κύρια προέκταση του Παραδοσιακού Παραδείγματος,11  έχουν ως βάση τη Θουκυδίδεια παράδοση. Ανήκουν στη κατηγορία του «Χαλαρού Κρατοκεντρικού Παραδείγματος», σύμφωνα με την διάκριση του καθηγητή Κώνστα Δημητρίου, η οποία αντιμετωπίζει το διεθνές σύστημα ως μια κοινωνία νομικά ισότιμων κρατών με σαφή κρατικά σύνορα.12  

Οι βασικές παραδοχές των ρεαλιστικών θεωριών, κατά τον καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστο, είναι οι παρακάτω:13 

α. Τo έθνος κράτος είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος. Σύμφωνα με τον Gilpin, ορισμένοι διανοούμενοι έχουν την πεποίθηση ότι οι οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις έχουν διαβρώσει το έθνος-κράτος, με αποτέλεσμα τα σύνορα των κρατών και οι εθνικές κυβερνήσεις να έχουν χάσει τη σημασία τους. Όμως στις αρχές του 21ου αιώνα, παρά τις επιδράσεις των διεθνικών οικονομικών δυνάμεων, διαπιστώνουμε ότι «το έθνος-κράτος παραμένει υψίστης σημασίας» και δεν υπάρχει καμία πειστική απόδειξη ότι πρόκειται να χαθεί.14 

β. Η διεθνής αναρχία είναι διαμορφωτικής σημασίας για τη συμπεριφορά και τις στρατηγικές επιλογές των δρώντων του διεθνούς συστήματος.

γ. Επειδή το διεθνές σύστημα είναι άναρχο, τιμωρεί αμείλικτα τα κράτη τα οποία είτε αμελούν να περιφρουρήσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα είτε ενεργούν πέραν των δυνατοτήτων τους (στρατηγική υπερεπέκταση).

δ. Τα κράτη ως συλλογικές οντότητες είναι ορθολογικοί δρώντες, δηλαδή είναι ευαίσθητα στο κόστος που θέτουν εναλλακτικές επιλογές για την περιφρούρηση του εθνικού τους συμφέροντος. Γι’ αυτό και η αποτρεπτική στρατηγική του κράτους που υπερασπίζεται του status quo (μη αναθεωρητικό) καλλιεργεί τον ορθολογισμό του επιτιθεμένου (αναθεωρητικού κράτους), όσον αφορά το κόστος-όφελος που δημιουργούν οι εναλλακτικές στάσεις και οι συμπεριφορές. Καθ΄ όλη την ανθρώπινη ιστορία τα κράτη εδράζουν τη στρατηγική τους σε διαρκείς υπολογισμούς κόστους-οφέλους

ε. Στο άναρχο διεθνές σύστημα, τα κράτη θέτουν την απόκτηση ισχύος και την ασφάλειά τους στην πιο υψηλή βαθμίδα των προτεραιοτήτων τους. Ρέπουν προς ανταγωνισμό και σύγκρουση και αποτυγχάνουν να συνεργαστούν, ακόμη και εάν έχουν συμφέρον για κάτι τέτοιο.

στ. Οι διεθνείς θεσμοί είναι εξαρτημένες μεταβλητές και η ισχύς των κρατών οι ανεξάρτητες μεταβλητές. Από αυτό συνεπάγεται ότι τα κράτη μόνο οριακά μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη συνεργασίας, την αποτροπή της σύγκρουσης ή την επίλυση των διακρατικών διαφορών. Το βασικό κριτήριο στις επιλογές τους είναι το σχετικό κέρδος και η σχετική ισχύς, γεγονός που επηρεάζει τη δημιουργία διλημμάτων ασφαλείας και εμποδίζουν την ανάπτυξη συνεργασίας. Επίσης και η άνιση ανάπτυξη, που διανοίγει ευκαιρίες αλλαγής του υπάρχοντος συστήματος, προκαλεί διλήμματα ασφαλείας και φέρνει τη σύγκρουση μεταξύ των μη αναθεωρητικών (υπερασπίζονται το status quo) και των αναθεωρητικών δυνάμεων.

Όπως κάθε θεωρία των διεθνών σχέσεων, έτσι και η ρεαλιστική προσέγγιση παρουσιάζει ορισμένες αδυναμίες. Ένα από τα αδύνατα σημεία της, σύμφωνα με τον Robert Gilpin, είναι η κατανόηση του γεγονότος ότι, η μεγιστοποίηση της ισχύος ενός κράτους δεν αποτελεί πάντα την επιδίωξη των κρατών. Και αυτό γιατί «η απόκτηση ισχύος συνεπάγεται κόστος ευκαιρίας»15  για την κοινωνία, καθόσον έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου τα κράτη εγκατέλειψαν την επιδίωξη της αύξησης της ισχύος τους, γιατί έκριναν ότι το κόστος ήταν υπερβολικά υψηλό.

Επίσης, όσον αφορά το εθνικό συμφέρον, εκτιμώ ότι δεν υπάρχουν πάντα αντικειμενικοί παράγοντες που να το καθορίζουν. Ορισμένες φορές το εθνικό συμφέρον καθορίζεται από τους εκάστοτε κυβερνώντες, από το σύστημα πεποιθήσεών τους το οποίο όμως έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από το σύστημα αξιών ολόκληρης της εθνικής κοινότητας. Όπως έχουμε ήδη αναφερθεί πιο πάνω, πολλές φορές οι πολιτικοί ηγέτες χρησιμοποιούν τον όρο «εθνικό συμφέρον» ως άλλοθι για να δικαιολογούν ορισμένες από τις αποφάσεις τους.16

Γενικά, η ταύτιση της κρατικής ισχύος με το κρατικό συμφέρον δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει γενικής εφαρμογής προτάσεις για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής.17 

Το ερώτημα που θα πρέπει πειστικά να απαντηθεί είναι: Μήπως το εθνικό συμφέρον σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο δεν είναι συνώνυμο του διεθνούς ανταγωνισμού αλλά της διακρατικής συνεργασίας;18

Μία από τις κεντρικές ιδέες του κονστρουκτιβισμού είναι η ιδέα της ταυτότητας (τρόπος αυτοπροσδιορισμού μιας κοινωνίας), την οποία παραβλέπουν οι περισσότεροι ρεαλιστές, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο «συμφέρον». Όμως αρκετοί αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα της ταυτότητας αναφορικά με τη συμπεριφορά του κράτους. Σύμφωνα με τον Gilpin, θεωρητικό του «κρατοκεντρικού ρεαλισμού», «Η κοινωνικοπολιτική φύση μιας κοινωνίας, η εθνική ιδεολογία και η πολιτική ταυτότητα συμβάλλουν όλες στο πώς ορίζει μια κοινωνία τα συμφέροντά της και πώς επηρεάζουν τη συμπεριφορά της»19.

Στη διαπίστωση του Θουκυδίδη ότι, «…στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του»,20  ο καθηγητής Παναγιώτης Ήφαιστος δίνει τις παρακάτω δυο διαφορετικές ερμηνείες:21 

α. Για όσους πιστεύουν στη φυσική νομοτέλεια, δηλαδή ότι «ο ισχυρός πρέπει να επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος πρέπει να υποχωρεί και να προσαρμόζεται ή ακόμη και να εξαφανίζεται», τότε η λύση των διεθνών προβλημάτων συνίσταται στην εξάλειψη της ετερότητας και στην εγκαθίδρυση μιας διεθνούς εξουσίας.

β. Για τους λοιπούς που υποστηρίζουν ότι στις διεθνείς σχέσεις και για όσο υπάρχουν τα αίτια πολέμου «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος προσαρμόζεται», υιοθετούν μια αμυντική αξίωση για τη στήριξη της συλλογικής ελευθερίας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας του κράτους τους.

Στις παραπάνω δυο ερμηνείες του καθηγητή μου προσθέτω μια τρίτη, η οποία βασίζεται στο κοινό συμφέρον (συμβιβασμό) και η οποία εκτιμώ ότι σε ορισμένες περιστάσεις δύναται να λάβει «σάρκα και οστά». Βασική προϋπόθεση είναι τα κράτη να δρουν ορθολογικά, λαμβάνοντας τις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με γνώμονα τη διαφύλαξη των εθνικών τους συμφερόντων. Δηλαδή κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις:

α. Ο ισχυρός θα κάνει χρήση της δύναμής του για την επιβολή των θέσεών του, χωρίς όμως το κόστος της επιβολής αυτής της δύναμης να υπερβαίνει το συνολικό-διαχρονικό όφελος που πρόκειται να αποκομίσει.

β. Ο δε αδύνατος, διαχειριζόμενος το έλλειμμα στην ισχύ του, θα υποχωρήσει μέχρι το σημείο εκείνο όπου το όφελος από την υποχώρησή του να είναι μεγαλύτερο από το κόστος που θα υποστεί στη περίπτωση που δεν υποχωρήσει και αντισταθεί στις απαιτήσεις του ισχυρού.

Την παραπάνω άποψή μου στηρίζω διερμηνεύοντας τις απόψεις του «κλασικού ρεαλιστή» Hans Morgenthau, του οποίου ένα από τα βασικότερα μηνύματα στο βιβλίο του «Politics Among Nations» ήταν ότι, τα κράτη θα έπρεπε να προσπαθήσουν να σεβαστούν τα συμφέροντα των άλλων κρατών.22  Ο ίδιος εκτιμά ότι, εάν τα κράτη ακολουθήσουν τα δικά τους συμφέροντα ασφαλείας και σεβαστούν τα ζωτικά συμφέροντα των άλλων κρατών, είναι δυνατή η δημιουργία μιας βάσης για έναν συμβιβασμό.23 

Επίσης σύμφωνα με τον Robert Gilpin, η πρόοδος της ανθρώπινης λογικής και κατανόησης δεν θα τερματίσει τον αγώνα για ισχύ, αλλά είναι δυνατόν να δημιουργήσει μια πιο πεφωτισμένη κατανόηση και προώθηση του εθνικού ιδίου συμφέροντος. 24 Εάν τα κράτη ακολουθήσουν τα δικά τους συμφέροντα ασφαλείας και σεβαστούν τα ζωτικά συμφέροντα των άλλων κρατών, είναι δυνατή η δημιουργία μιας βάσης για έναν συμβιβασμό.25  Η μεγιστοποίηση της ισχύος ενός κράτους δεν αποτελεί πάντα την επιδίωξη των κρατών.26  Εκτιμά ότι ορισμένες φορές το μακροπρόθεσμο κόστος των εξελίξεων απειλεί να καταστεί μεγαλύτερο από τα βραχυπρόθεσμα οφέλη της διατήρησης του Status Quo. 27 Γενικά, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική των κρατών, η θέση του Gilpin28 είναι ότι, λόγω της στενότητας πόρων, όπου οποιοδήποτε όφελος συνεπάγεται ένα κόστος, οι κοινωνίες σπάνια ή ποτέ δεν επιλέγουν μόνο κανόνια ή μόνο βούτυρο, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα.

Ακόμη και ο θεωρητικός του «επιθετικού ρεαλισμού», John Mearsheimer, αν και αναφέρεται στις μεγάλες δυνάμεις γράφει ότι, «Τα κράτη μπορούν να συνεργασθούν, μολονότι η συνεργασία είναι ενίοτε δύσκολο να επιτευχθεί και πάντοτε δύσκολο να διατηρηθεί». 29

 Για τον ίδιο οι παράγοντες που εμποδίζουν τη συνεργασία είναι: 
α) οι συλλογισμοί περί σχετικών κερδών και β) ο φόβος εξαπάτησης. 

Έχοντας επίγνωση ότι η παραπάνω ερμηνεία επειδή δεν είναι ούτε ουσιοκρατική ούτε εύκολη, δεν αποτελεί τον κανόνα στις διεθνείς σχέσεις, θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας τη διαπίστωση του Edward Carr ότι, «Το να καταστήσουμε την εναρμόνιση των συμφερόντων στόχο της πολιτικής δράσης δεν είναι το ίδιο με το να θεωρήσουμε δεδομένο ότι υπάρχει μια φυσική αρμονία συμφερόντων».30 



Του Δημήτριου Καρατζίδη  Ταξίαρχου ε.α. και Πολιτικού Επιστήμονα - Διεθνολόγου 



1.  Γεώργιος Μπαμπινιώτης, 2008. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα.
2.  http://www.ifestos.edu.gr/63GreekStrategy.htm
3.  Προσαρμοσμένο από το D. Nuechterlein, United States interest in a changing world, Kentusky Univ. Press, Kentusky, 1973.
4.  Άμυνα, Ασφάλεια, ακεραιότητα της εθνικής επικράτειας, αντιμετώπιση εξωτερικών απειλών κατά της κυριαρχίας. Στρατιωτική και διπλωματική ισχύς ανάλογη των εξωτερικών απειλών ή προβλημάτων. Αποτρεπτική φήμη. Συνολικά: Διασφάλιση της συλλογικής-ελευθερίας του λαού ενός κράτους.
5.  Ισορροπία Ισχύος με δυνητικούς αντιπάλους, ασφάλεια ομοεθνών εκτός συνόρων, αντιμετώπιση δραστηριοτήτων εξωτερικών παραγόντων που διαβρώνουν ή αποδυναμώνουν το πολιτειακό καθεστώς, οικονομική ανάπτυξη, ισχυρές συμμαχίες, συμμετοχή στο διεθνές θεσμικό σύστημα. Ισχυρές συμμαχίες. Διαπραγματευτικά ερείσματα.
6.  Διαφύλαξη συλλογικών πνευματικών αγαθών, διαφύλαξη πολιτισμού, ελευθερίας, αξιοπρέπειας.
7.  Δραστηριότητες ιδιωτών, εξωτερικές, οικονομικές, δραστηριότητες εταιρειών.
8.  http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/8c3e9046-78fb-48f4-bd82-bbba28ca1ef5/SYNTAGMA.pdf
9.  http://www.ifestos.edu.gr/72ThycididesDialogue.htm
10.  http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/95955/8.pdf
11.  Ήφαιστος Παναγιώτης, 2004. Οι Διεθνείς Σχέσεις ως Αντικείμενο Επιστημονικής Μελέτης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 339.
12.  Κώνστας Δημήτριος – Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, 2002. Διεθνείς Σχέσεις. Συνέχεια και Μεταβολή. Ι. Σιδέρης, Αθήνα. Σελ. 54 και 55. Η εξέλιξη της σπουδής των διεθνών σχέσεων μπορεί να αντικατοπτριστεί σε τρία Παραδείγματα: «Χαλαρό Κρατοκεντρικό», «Παγκόσμιας Κοινωνίας» και «Παγκόσμιας Κοινωνικής Τάξης» (Μαρξιστικό-Λενινιστικό).
13.  Ο. π. σελ. 346.
14.  Gilpin Robert, 2002. Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία. Η Διεθνής Οικονομική Τάξη. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 36. Σύμφωνα με τον Gilpin: «αν και όταν το έθνος-κράτος εξαφανιστεί, θα αντικατασταθεί από κάποι νέα μορφή επίσημης πολιτικής εξουσίας».
15.  Gilpin Robert, 2004. Πόλεμος και Αλλαγή στη Διεθνή Πολιτική. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 98.
16.  Κώνστας Δημήτριος – Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, 2002. Διεθνείς Σχέσεις. Συνέχεια και Μεταβολή. Ι. Σιδέρης, Αθήνα. Σελ. 237.
17.  Ό. π. σελ. 164.
18.  Ό. π. σελ.  165.
19.  Gilpin Robert, 2002. Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία. Η Διεθνής Οικονομική Τάξη. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 35. Σύμφωνα με τον Gilpin, ο «κονστρουκτιβισμός» ασκεί στις μέρες μας δριμεία κριτική στον ρεαλισμό. O Alexander Wendt, στο έργο του «Social Theory of International Politics» υποστηρίζει ότι η διεθνής πολιτική «οικοδομείται μάλλον κοινωνικά» και δεν αποτελεί αντικειμενική πραγματικότητα. Οι ανθρώπινες δομές καθορίζονται από κοινές ιδέες και όχι από υλικές δυνάμεις. Επίσης ότι τα συμφέροντα είναι το προϊόν των κοινών ιδεών και δεν προέρχονται από τη φύση.
20.  Άγγελος Σ. Βλάχος, 1998. Θουκυδίδου, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Εστία, Αθήνα. Σελ. 74, Ε΄ (89-91).
21.  Ήφαιστος Παναγιώτης, 2004. Οι Διεθνείς Σχέσεις ως Αντικείμενο Επιστημονικής Μελέτης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 185.
22.  Gilpin Robert, 2002. Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία. Η Διεθνής Οικονομική Τάξη. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 29.
23.  Ό. π. σελ. 376.
24.  Ό. π. σελ.  77.
25.  Ό. π. σελ.  376.
26.  Gilpin Robert, 2004. Πόλεμος και Αλλαγή στη Διεθνή Πολιτική. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 98.
27.  Ό. π. σελ.  100.
28.  Ό. π. σελ.  48.
29.  Mearsheimer John, 2007. Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 122.
30.  Carr Edward, 2004. Η Εικοσαετής Κρίση. Εισαγωγή στη μελέτη των διεθνών σχέσεων. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 88.