Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

«Ταννχώυζερ»

Με τον τίτλο «Ταννχώυζερ» : Tannhäuser und der Sängerkrieg auf Wartburg,
φέρεται όπερα σε τρεις πράξεις και τέσσερις σκηνές του Ριχάρδου Βάγκνερ σε λιμπρέτο του ίδιου, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Θέατρο Δρέσδης στις 21 Οκτωβρίου του 1845.

Η πρώτη πράξη του έργου διαδραματίζεται στο λόφο της Αφροδίτης, της θελκτικής εκείνης θεάς του έρωτα, που μάταια προσπαθεί να κρατήσει κοντά της τον ήρωα του έργου. Πρόκειται για έναν Γερμανό ιππότη και ραψωδό, τον Ταννχώυζερ, ή Χάινριχ, ο οποίος είναι ο πιο ικανός εν ζωή τραγουδιστής στη γη, και ο οποίος έφτασε στο ζενίθ της καριέρας του. Ζητώντας περισσότερα εγκατέλειψε τους φίλους του και τώρα, μέσα σε τραγούδια, χορό και μουσική, βρίσκεται αποκοιμισμένος στην αγκαλιά της πλανεύτρας θεάς, της Αφροδίτης.

Έτσι εδώ κι ένα χρόνο διασκεδάζει κοντά της και γεύεται τις χάρες της αποζημιώνοντάς την ταυτόχρονα με το συνεχές γλυκό τραγούδι του. Οι λύπες και τα βάσανα της ζωής επάνω στη γη τον έφεραν σ' αυτόν τον παράξενο τόπο, που είναι εντελώς μυθικός και φανταστικός, αλλά στην όπερα παριστάνεται σαν να είναι πραγματικός.

Ο Ταννχώυζερ ξυπνά αργά. Αν και αρχικά μόνιμος θαμώνας του λόφου, θα βαρεθεί τις συνεχείς απολαύσεις και θα ανακαλύψει εντελώς ξαφνικά τη ματαιότητα της ηδονικής ζωής. Έτσι θα ζητήσει από τη θεά να του επιτρέψει να γυρίσει στη γη, όπου η χαρά είναι ανακατεμένη με πόνο. Η Αφροδίτη αρνείται πεισματικά και προσπαθεί να κρατήσει τον Ταννχώυζερ κοντά της, λέγοντάς του ότι αν γυρίσει στη γη δεν θα γνωρίσει ποτέ πια την αιώνια χαρά.

Ο βάρδος δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια του και επιμένει να φύγει. Τελικά, η θεά του επιτρέπει σε κάποια στιγμή αδυναμίας της να φύγει, καταλαβαίνει όμως το σφάλμα της και προσπαθεί με το καλό μα και με φοβέρες να τον κρατήσει κοντά της.

Χαρακτηριστικά του λέει: «Φύγε αν θες και γύρνα στους φίλους σου, αλλά όταν θα σε διώξουν και αυτοί μην τολμήσεις να ξαναγυρίσεις σε μένα.». Ο Χάινριχ μένει ανένδοτος και επικαλείται το όνομα της Παναγίας, στην οποία θέλει από εδώ και πέρα να αφιερώσει την ζωή του. Στη συνέχεια επιστρέφει στη γη και ευχαριστεί μ' ευγνωμοσύνη το Θεό που απόκτησε ξανά την ελευθερία του.

Ο Χάινριχ ξυπνάει από έναν βαθύ λήθαργο, αναπολεί, και πικραμένος από τη μέχρι τώρα του ζωή, γονατίζει για να ζητήσει από το θεό συγχώρηση, ενώ στο βάθος του σκηνικού περνάν προσκυνητές που έχουν προορισμό τη Ρώμη για να ζητήσουν άφεση των αμαρτιών τους.
Ο Χάινριχ φοβάται να τους εκμυστηρευτεί τα όσα πέρασε, αφού ο λόφος της Αφροδίτης ήταν απαγορευμένο μέρος και τιμωρείτο με θάνατο.

Στην προσπάθειά του να φύγει, ένας από αυτούς, ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, του απλώνει φιλικά το χέρι, τον συγχωρεί για όλα, παρακαλεί τους υπόλοιπους να τον δεχτούν ξανά σαν φίλο όπως και πρώτα, και παροτρύνει τον Χάινριχ να μείνει κοντά τους, λέγοντάς του να το κάνει «για χατήρι της Ελίζαμπετ». Ο Χάινριχ στο άκουσμα του γυναικείου ονόματος, την οποία κάποτε είχε ερωτευθεί, καταπραΰνει και δέχεται να ξαναγίνει μέλος της παλιάς παρέας.

Στην τρίτη πράξη η σκηνή επανέρχεται στη κοιλάδα του Βάρτμπουργκ. Η Ελίζαμπετ βρίσκεται να προσεύχεται για την λύτρωση της ψυχής του αγαπημένου της. Έχει περάσει καιρός από τότε που έφυγε για το προσκύνημα και δεν έχει λάβει μήνυμα του. Η ζωή της είναι ασκητική και την περνάει με διαρκή προσευχή. Ξάφνου οι προσκυνητές ακούγονται από μακρυά να επιστρέφουν από τη Ρώμη. Είναι όλοι τους χαρούμενοι και με ευσεβή τραγούδια («Αλληλούια, αλληλούια») δείχνουν με ευλάβεια τη χαρά τους, επειδή ο Πάπας τους συγχώρεσε όλους. 

Η Ελίζαμπετ ψάχνει μέσα στο πλήθος αλλά ο Ταννχώυζερ δεν είναι μαζί τους. Η Ελίζαμπετ ακόμα και τώρα δεν εγκαταλείπει τον αγαπημένο της. Κατάφορτη από θλίψη, αφήνει τον κόσμο και κλείνεται σ' ένα μοναστήρι. Εκεί με μεγαλύτερη επιμονή και προσευχές απευθύνεται στο θεό και σιγά-σιγά πεθαίνει μόνη της και ταλαιπωρημένη.

Ο Βόλφραμ είναι απαρηγόρητος. Στη δεύτερη σκηνή της πράξης τριγυρίζει μοναχός και απογοητευμένος, όταν ξαφνικά εμφανίζεται ο Ταννχώυζερ, μόνος του, πικραμένος και απογοητευμένος και αυτός, επειδή του αρνήθηκε η συγνώμη, αφού και ο Πάπας ακόμα τον κατατρόπωσε με τα λόγια: «Ὅπως ἡ ῥάβδος ποὺ κρατῶ στὸ χέρι μου δὲν πρόκειται νὰ ξαναπρασινίσῃ, ἔτσι καὶ τὸ αἷμα τῆς πυρακτωμένης κολάσεως δὲν πρόκειται νὰ σοῦ χαρίσῃ τὴν σωτηρία...»

Από τότε και στην κατάσταση αυτή ο Χάινριχ θυμάται πάλι τη θεά Αφροδίτη και θέλει να ξαναγυρίσει κοντά της. Ο Βόλφραμ προσπαθεί να τον αποτρέψει, ενώ η θεά εμφανίζεται υπέροχη όπως πάντα και αρχίζει να τον δελεάζει. Ο Χάινριχ κλονίζεται ενώ ο Βόλφραμ προσπαθεί με κάθε μέσο να τον κρατήσει και, για μια ακόμη φορά, του ζητάει να μείνει σταθερός στην αγάπη που του έδειξε η Ελίζαμπετ. 

Ο Ταννχώυζερ, ακούγοντας το όνομα της αγαπημένης του, βρίσκει τη δύναμη να αντισταθεί, ενώ ταυτόχρονα οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν και πεθαίνει.

Εκείνη την στιγμή όμως εισακούονται οι προσευχές της αγαπημένης του. Η ψυχή του Ταννχώυζερ λυτρώνεται, ενώ από μακρυά ακούγονται παιδικές φωνές να το αναγγέλλουν:

Χαῖρε, χαῖρε! Χαῖρε ὦ Θαῦμα τῆς Χάριτος!
Ἐχαρίσθη ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου! Σὲ ὥρα
νυκτερινὴ καὶ ἁγία ἔγινε θαῦμα!  

Στὸ χέρι τοῦ ἀρχιερέως, ἡ ῥάβδος του, ποὺ ἦταν κατάξερη
ἄνθισε καὶ εἶναι πάλι ζωντανή, πράσινη,στολισμένη. 

Ὁ καταδικασμένος ἀνασύρθηκε
ἀπ᾿ τῆς κολάσεως τὴν φωτιά καὶ ἡ σωτηρία του μαζί. 

Διαλαλῆστε το σ᾿ ὅλη τὴν γῆ˙ ἄφεση τοῦ
δόθηκε μὲ ἕνα θαῦμα! 

Γιατὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα στὸν κόσμο δεσπόζει ὁ Θεός
καὶ τὸ Ἔλεός του εἶναι ἀναμφισβήτητο! 
Η θεία Χάρις δόθηκε στον μετανοημένο, που οδεύει τώρα προς την ειρήνη των ουρανών   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου