Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Εθνικό συμφέρον: Θεωρητική προσέγγιση με την οπτική της Θουκυδίδειας παράδοσης



Ο όρος εθνικό συμφέρον δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί αντικειμενικά, γιατί εμπεριέχει μια καθαρά υποκειμενική έννοια: το συμφέρον. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γεώργιο Μπαμπινιώτη ετυμολογικά ως συμφέρον ορίζεται «ό,τι αποκομίζει κανείς ως όφελος», «οτιδήποτε ευνοεί ή υπηρετεί κάποιον» και «δημόσιο συμφέρον είναι αυτό που αφορά στα μέλη μιας κοινωνίας, ενός συνόλου». 

Από τα παραπάνω μπορούμε να συνάγουμε ότι το εθνικό συμφέρον είναι ένα «δημόσιο συμφέρον», με την έννοια ότι αφορά το σύνολο μίας κοινωνίας, είτε αυτή είναι το σημερινό έθνος-κράτος ή η πόλη-κράτος της αρχαιότητας. 

Σύμφωνα με τον καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστο «Τα εθνικά συμφέροντα οριοθετούν τον σκοπό της εθνικής στρατηγικής και προσφέρουν ένα διαρκή θεμελιώδη προσανατολισμό των τακτικών επιλογών των κρατικών θεσμών που εμπλέκονται στην ανάλυση, εκτίμηση, σχεδιασμό και εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής»2 . Διακρίνει δε την έννοια του «εθνικού συμφέροντος» στις διακρατικές σχέσεις σε «συμφέρον επιβίωσης»4 , «ζωτικό συμφέρον»5 , «μείζον συμφέρον»6  και «δευτερογενή συμφέροντα»7 .

Στο Σύνταγμα των Ελλήνων έχει εισαχθεί και ο όρος «σπουδαίο εθνικό συμφέρον». Το Άρθρο 28 του Συντάγματος προβλέπει περιπτώσεις περιορισμού της εθνικής μας κυριαρχίας, «εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον». Αν και το παραπάνω Άρθρο «αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει και εθνικό συμφέρον που δεν είναι και τόσο σπουδαίο.

Ως έννοια το εθνικό συμφέρον το συναντάμε από την αρχαιότητα, μαζί με την έννοια του κοινού καλού ήτοι του κοινού συμφέροντος. Στον περίφημο διάλογο Αθηναίων-Μηλίων που μας περιγράφει ο Θουκυδίδης9 , οι ισχυροί Αθηναίοι προσπαθούν να πείσουν τους Μήλιους να υποταχθούν, ισχυριζόμενοι ότι το πράττουν για το καλό τους, λέγοντάς τους: «… σε κάθε σημείο που νομίζετε πως δε μιλάμε όπως είναι το συμφέρον σας, να μας σταματάτε και να λέτε τη γνώμη σας». 

Οι Μήλιοι όμως που βρίσκονται σε δυσχερή θέση λόγω της αδυναμίας τους, προσπαθούν να ισχυριστούν ότι υπάρχει και το κοινό καλό, λέγοντας: «Όπως εμείς τουλάχιστο νομίζουμε, είναι χρήσιμο (ανάγκη να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή εσείς τέτοια βάση βάλατε στη συζήτησή μας, να αφήσουμε κατά μέρος το δίκαιο και να μιλάμε για το συμφέρον) να μην καταργήσετε σεις αυτό το κοινό καλό, αλλά να υπάρχουν, γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, τα εύλογα και τα δίκαια και να ωφελείται κάπως αν πείσει, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δε βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου».

Οι Αθηναίοι στη συνέχεια επικαλούμενοι και αυτοί με τη σειρά τους το κοινό καλό, λένε: «Εκείνο όμως που θέλουμε τώρα να κάνουμε φανερό σε σας είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και όσα θα πούμε τώρα σκοπό έχουν τη σωτηρία της πολιτείας σας, επειδή θέλουμε και χωρίς κόπο να σας εξουσιάσουμε και για το συμφέρον και των δυο μας να σωθείτε». 

Και οι Μήλιοι απαντούν: «Και πώς μπορεί να συμβεί να είναι ίδια συμφέρον σε μας να γίνουμε δούλοι, όπως σε σας να γίνετε κύριοί μας;» 

Και οι Αθηναίοι απαντούν μάλλον κυνικά: «Επειδή σεις θα έχετε τη δυνατότητα να υποταχθείτε πριν να πάθετε τις πιο μεγάλες συμφορές, κι εμείς, αν δε σας καταστρέψουμε, θα έχουμε κέρδος». 
Από τον παραπάνω διάλογο είναι προφανές ότι το κοινό καλό (κοινό συμφέρον) επιδέχεται πολλές ερμηνείες και είναι δύσκολο να βρεθεί η χρυσή τομή έτσι ώστε μια αντιπαράθεση να μη γίνει ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος (Zero sum game), αλλά να ωφεληθούν όλες οι πλευρές.

Λόγω της ισχυρής νομιμοποίησης που παρέχει ο όρος εθνικό συμφέρον, χρησιμοποιείται σήμερα ευρέως από τις εκάστοτε κυβερνήσεις των κρατών και τους πολιτικούς γενικότερα, από τους δημοσιογράφους, τους στρατηγικούς αναλυτές, τους ακαδημαϊκούς και γενικά από όλους όσους θέλουν να υποστηρίξουν με λόγια ή πράξεις μια απόφαση η οποία επηρεάζει το σύνολο μιας κοινωνίας. Όλα γίνονται για να εξυπηρετηθεί το εθνικό συμφέρον.

Για την εξυπηρέτηση παραδείγματος χάριν του εθνικού μας συμφέροντος, άλλοι υποστηρίζουν τις δανειακές συμβάσεις (μνημόνια) και άλλοι τις καταριούνται, άλλοι υποστηρίζουν την άμεση ανακήρυξη της ΑΟΖ και άλλοι είναι αντίθετοι, άλλοι επιθυμούν την έξοδο από την Ευρωζώνη και την επιστροφή στη δραχμή και άλλοι την παραμονή μας και ου το καθεξής.

Παρακολουθώντας τις συζητήσεις στη Βουλή των Ελλήνων είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι όλοι υποστηρίζουν το εθνικό συμφέρον, άσχετα εάν οι θέσεις τους για το ίδιο θέμα είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Και αυτό είναι φυσικό επακόλουθο της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, καθόσον για τα κόμματα τις περισσότερες φορές προέχει το κομματικό συμφέρον, το οποίο όμως το βαφτίζουν με ευκολία ως εθνικό συμφέρον. Αυτό φυσικά δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο, αλλά απ΄ ότι φαίνεται ευδοκιμεί καλύτερα στη χώρα μας. Αυτό που χαρακτηρίζει επίσης τα ελληνικά δρώμενα είναι ότι συχνά όποιος δεν συμμερίζεται την δική μας άποψη θεωρείται προδότης, γιατί απλά οι απόψεις του είναι ενάντια στο εθνικό συμφέρον.

Από τις θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων, οι ρεαλιστικές θεωρίες είναι αυτές που επιτρέπουν διαφορετικές προσεγγίσεις στην έννοια του εθνικού συμφέροντος10.  Οι ρεαλιστικές θεωρίες, οι οποίες αποτελούν την κύρια προέκταση του Παραδοσιακού Παραδείγματος,11  έχουν ως βάση τη Θουκυδίδεια παράδοση. Ανήκουν στη κατηγορία του «Χαλαρού Κρατοκεντρικού Παραδείγματος», σύμφωνα με την διάκριση του καθηγητή Κώνστα Δημητρίου, η οποία αντιμετωπίζει το διεθνές σύστημα ως μια κοινωνία νομικά ισότιμων κρατών με σαφή κρατικά σύνορα.12  

Οι βασικές παραδοχές των ρεαλιστικών θεωριών, κατά τον καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστο, είναι οι παρακάτω:13 

α. Τo έθνος κράτος είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος. Σύμφωνα με τον Gilpin, ορισμένοι διανοούμενοι έχουν την πεποίθηση ότι οι οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις έχουν διαβρώσει το έθνος-κράτος, με αποτέλεσμα τα σύνορα των κρατών και οι εθνικές κυβερνήσεις να έχουν χάσει τη σημασία τους. Όμως στις αρχές του 21ου αιώνα, παρά τις επιδράσεις των διεθνικών οικονομικών δυνάμεων, διαπιστώνουμε ότι «το έθνος-κράτος παραμένει υψίστης σημασίας» και δεν υπάρχει καμία πειστική απόδειξη ότι πρόκειται να χαθεί.14 

β. Η διεθνής αναρχία είναι διαμορφωτικής σημασίας για τη συμπεριφορά και τις στρατηγικές επιλογές των δρώντων του διεθνούς συστήματος.

γ. Επειδή το διεθνές σύστημα είναι άναρχο, τιμωρεί αμείλικτα τα κράτη τα οποία είτε αμελούν να περιφρουρήσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα είτε ενεργούν πέραν των δυνατοτήτων τους (στρατηγική υπερεπέκταση).

δ. Τα κράτη ως συλλογικές οντότητες είναι ορθολογικοί δρώντες, δηλαδή είναι ευαίσθητα στο κόστος που θέτουν εναλλακτικές επιλογές για την περιφρούρηση του εθνικού τους συμφέροντος. Γι’ αυτό και η αποτρεπτική στρατηγική του κράτους που υπερασπίζεται του status quo (μη αναθεωρητικό) καλλιεργεί τον ορθολογισμό του επιτιθεμένου (αναθεωρητικού κράτους), όσον αφορά το κόστος-όφελος που δημιουργούν οι εναλλακτικές στάσεις και οι συμπεριφορές. Καθ΄ όλη την ανθρώπινη ιστορία τα κράτη εδράζουν τη στρατηγική τους σε διαρκείς υπολογισμούς κόστους-οφέλους

ε. Στο άναρχο διεθνές σύστημα, τα κράτη θέτουν την απόκτηση ισχύος και την ασφάλειά τους στην πιο υψηλή βαθμίδα των προτεραιοτήτων τους. Ρέπουν προς ανταγωνισμό και σύγκρουση και αποτυγχάνουν να συνεργαστούν, ακόμη και εάν έχουν συμφέρον για κάτι τέτοιο.

στ. Οι διεθνείς θεσμοί είναι εξαρτημένες μεταβλητές και η ισχύς των κρατών οι ανεξάρτητες μεταβλητές. Από αυτό συνεπάγεται ότι τα κράτη μόνο οριακά μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη συνεργασίας, την αποτροπή της σύγκρουσης ή την επίλυση των διακρατικών διαφορών. Το βασικό κριτήριο στις επιλογές τους είναι το σχετικό κέρδος και η σχετική ισχύς, γεγονός που επηρεάζει τη δημιουργία διλημμάτων ασφαλείας και εμποδίζουν την ανάπτυξη συνεργασίας. Επίσης και η άνιση ανάπτυξη, που διανοίγει ευκαιρίες αλλαγής του υπάρχοντος συστήματος, προκαλεί διλήμματα ασφαλείας και φέρνει τη σύγκρουση μεταξύ των μη αναθεωρητικών (υπερασπίζονται το status quo) και των αναθεωρητικών δυνάμεων.

Όπως κάθε θεωρία των διεθνών σχέσεων, έτσι και η ρεαλιστική προσέγγιση παρουσιάζει ορισμένες αδυναμίες. Ένα από τα αδύνατα σημεία της, σύμφωνα με τον Robert Gilpin, είναι η κατανόηση του γεγονότος ότι, η μεγιστοποίηση της ισχύος ενός κράτους δεν αποτελεί πάντα την επιδίωξη των κρατών. Και αυτό γιατί «η απόκτηση ισχύος συνεπάγεται κόστος ευκαιρίας»15  για την κοινωνία, καθόσον έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου τα κράτη εγκατέλειψαν την επιδίωξη της αύξησης της ισχύος τους, γιατί έκριναν ότι το κόστος ήταν υπερβολικά υψηλό.

Επίσης, όσον αφορά το εθνικό συμφέρον, εκτιμώ ότι δεν υπάρχουν πάντα αντικειμενικοί παράγοντες που να το καθορίζουν. Ορισμένες φορές το εθνικό συμφέρον καθορίζεται από τους εκάστοτε κυβερνώντες, από το σύστημα πεποιθήσεών τους το οποίο όμως έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από το σύστημα αξιών ολόκληρης της εθνικής κοινότητας. Όπως έχουμε ήδη αναφερθεί πιο πάνω, πολλές φορές οι πολιτικοί ηγέτες χρησιμοποιούν τον όρο «εθνικό συμφέρον» ως άλλοθι για να δικαιολογούν ορισμένες από τις αποφάσεις τους.16

Γενικά, η ταύτιση της κρατικής ισχύος με το κρατικό συμφέρον δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει γενικής εφαρμογής προτάσεις για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής.17 

Το ερώτημα που θα πρέπει πειστικά να απαντηθεί είναι: Μήπως το εθνικό συμφέρον σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο δεν είναι συνώνυμο του διεθνούς ανταγωνισμού αλλά της διακρατικής συνεργασίας;18

Μία από τις κεντρικές ιδέες του κονστρουκτιβισμού είναι η ιδέα της ταυτότητας (τρόπος αυτοπροσδιορισμού μιας κοινωνίας), την οποία παραβλέπουν οι περισσότεροι ρεαλιστές, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο «συμφέρον». Όμως αρκετοί αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα της ταυτότητας αναφορικά με τη συμπεριφορά του κράτους. Σύμφωνα με τον Gilpin, θεωρητικό του «κρατοκεντρικού ρεαλισμού», «Η κοινωνικοπολιτική φύση μιας κοινωνίας, η εθνική ιδεολογία και η πολιτική ταυτότητα συμβάλλουν όλες στο πώς ορίζει μια κοινωνία τα συμφέροντά της και πώς επηρεάζουν τη συμπεριφορά της»19.

Στη διαπίστωση του Θουκυδίδη ότι, «…στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του»,20  ο καθηγητής Παναγιώτης Ήφαιστος δίνει τις παρακάτω δυο διαφορετικές ερμηνείες:21 

α. Για όσους πιστεύουν στη φυσική νομοτέλεια, δηλαδή ότι «ο ισχυρός πρέπει να επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος πρέπει να υποχωρεί και να προσαρμόζεται ή ακόμη και να εξαφανίζεται», τότε η λύση των διεθνών προβλημάτων συνίσταται στην εξάλειψη της ετερότητας και στην εγκαθίδρυση μιας διεθνούς εξουσίας.

β. Για τους λοιπούς που υποστηρίζουν ότι στις διεθνείς σχέσεις και για όσο υπάρχουν τα αίτια πολέμου «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος προσαρμόζεται», υιοθετούν μια αμυντική αξίωση για τη στήριξη της συλλογικής ελευθερίας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας του κράτους τους.

Στις παραπάνω δυο ερμηνείες του καθηγητή μου προσθέτω μια τρίτη, η οποία βασίζεται στο κοινό συμφέρον (συμβιβασμό) και η οποία εκτιμώ ότι σε ορισμένες περιστάσεις δύναται να λάβει «σάρκα και οστά». Βασική προϋπόθεση είναι τα κράτη να δρουν ορθολογικά, λαμβάνοντας τις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με γνώμονα τη διαφύλαξη των εθνικών τους συμφερόντων. Δηλαδή κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις:

α. Ο ισχυρός θα κάνει χρήση της δύναμής του για την επιβολή των θέσεών του, χωρίς όμως το κόστος της επιβολής αυτής της δύναμης να υπερβαίνει το συνολικό-διαχρονικό όφελος που πρόκειται να αποκομίσει.

β. Ο δε αδύνατος, διαχειριζόμενος το έλλειμμα στην ισχύ του, θα υποχωρήσει μέχρι το σημείο εκείνο όπου το όφελος από την υποχώρησή του να είναι μεγαλύτερο από το κόστος που θα υποστεί στη περίπτωση που δεν υποχωρήσει και αντισταθεί στις απαιτήσεις του ισχυρού.

Την παραπάνω άποψή μου στηρίζω διερμηνεύοντας τις απόψεις του «κλασικού ρεαλιστή» Hans Morgenthau, του οποίου ένα από τα βασικότερα μηνύματα στο βιβλίο του «Politics Among Nations» ήταν ότι, τα κράτη θα έπρεπε να προσπαθήσουν να σεβαστούν τα συμφέροντα των άλλων κρατών.22  Ο ίδιος εκτιμά ότι, εάν τα κράτη ακολουθήσουν τα δικά τους συμφέροντα ασφαλείας και σεβαστούν τα ζωτικά συμφέροντα των άλλων κρατών, είναι δυνατή η δημιουργία μιας βάσης για έναν συμβιβασμό.23 

Επίσης σύμφωνα με τον Robert Gilpin, η πρόοδος της ανθρώπινης λογικής και κατανόησης δεν θα τερματίσει τον αγώνα για ισχύ, αλλά είναι δυνατόν να δημιουργήσει μια πιο πεφωτισμένη κατανόηση και προώθηση του εθνικού ιδίου συμφέροντος. 24 Εάν τα κράτη ακολουθήσουν τα δικά τους συμφέροντα ασφαλείας και σεβαστούν τα ζωτικά συμφέροντα των άλλων κρατών, είναι δυνατή η δημιουργία μιας βάσης για έναν συμβιβασμό.25  Η μεγιστοποίηση της ισχύος ενός κράτους δεν αποτελεί πάντα την επιδίωξη των κρατών.26  Εκτιμά ότι ορισμένες φορές το μακροπρόθεσμο κόστος των εξελίξεων απειλεί να καταστεί μεγαλύτερο από τα βραχυπρόθεσμα οφέλη της διατήρησης του Status Quo. 27 Γενικά, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική των κρατών, η θέση του Gilpin28 είναι ότι, λόγω της στενότητας πόρων, όπου οποιοδήποτε όφελος συνεπάγεται ένα κόστος, οι κοινωνίες σπάνια ή ποτέ δεν επιλέγουν μόνο κανόνια ή μόνο βούτυρο, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα.

Ακόμη και ο θεωρητικός του «επιθετικού ρεαλισμού», John Mearsheimer, αν και αναφέρεται στις μεγάλες δυνάμεις γράφει ότι, «Τα κράτη μπορούν να συνεργασθούν, μολονότι η συνεργασία είναι ενίοτε δύσκολο να επιτευχθεί και πάντοτε δύσκολο να διατηρηθεί». 29

 Για τον ίδιο οι παράγοντες που εμποδίζουν τη συνεργασία είναι: 
α) οι συλλογισμοί περί σχετικών κερδών και β) ο φόβος εξαπάτησης. 

Έχοντας επίγνωση ότι η παραπάνω ερμηνεία επειδή δεν είναι ούτε ουσιοκρατική ούτε εύκολη, δεν αποτελεί τον κανόνα στις διεθνείς σχέσεις, θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας τη διαπίστωση του Edward Carr ότι, «Το να καταστήσουμε την εναρμόνιση των συμφερόντων στόχο της πολιτικής δράσης δεν είναι το ίδιο με το να θεωρήσουμε δεδομένο ότι υπάρχει μια φυσική αρμονία συμφερόντων».30 



Του Δημήτριου Καρατζίδη  Ταξίαρχου ε.α. και Πολιτικού Επιστήμονα - Διεθνολόγου 



1.  Γεώργιος Μπαμπινιώτης, 2008. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα.
2.  http://www.ifestos.edu.gr/63GreekStrategy.htm
3.  Προσαρμοσμένο από το D. Nuechterlein, United States interest in a changing world, Kentusky Univ. Press, Kentusky, 1973.
4.  Άμυνα, Ασφάλεια, ακεραιότητα της εθνικής επικράτειας, αντιμετώπιση εξωτερικών απειλών κατά της κυριαρχίας. Στρατιωτική και διπλωματική ισχύς ανάλογη των εξωτερικών απειλών ή προβλημάτων. Αποτρεπτική φήμη. Συνολικά: Διασφάλιση της συλλογικής-ελευθερίας του λαού ενός κράτους.
5.  Ισορροπία Ισχύος με δυνητικούς αντιπάλους, ασφάλεια ομοεθνών εκτός συνόρων, αντιμετώπιση δραστηριοτήτων εξωτερικών παραγόντων που διαβρώνουν ή αποδυναμώνουν το πολιτειακό καθεστώς, οικονομική ανάπτυξη, ισχυρές συμμαχίες, συμμετοχή στο διεθνές θεσμικό σύστημα. Ισχυρές συμμαχίες. Διαπραγματευτικά ερείσματα.
6.  Διαφύλαξη συλλογικών πνευματικών αγαθών, διαφύλαξη πολιτισμού, ελευθερίας, αξιοπρέπειας.
7.  Δραστηριότητες ιδιωτών, εξωτερικές, οικονομικές, δραστηριότητες εταιρειών.
8.  http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/8c3e9046-78fb-48f4-bd82-bbba28ca1ef5/SYNTAGMA.pdf
9.  http://www.ifestos.edu.gr/72ThycididesDialogue.htm
10.  http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/95955/8.pdf
11.  Ήφαιστος Παναγιώτης, 2004. Οι Διεθνείς Σχέσεις ως Αντικείμενο Επιστημονικής Μελέτης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 339.
12.  Κώνστας Δημήτριος – Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, 2002. Διεθνείς Σχέσεις. Συνέχεια και Μεταβολή. Ι. Σιδέρης, Αθήνα. Σελ. 54 και 55. Η εξέλιξη της σπουδής των διεθνών σχέσεων μπορεί να αντικατοπτριστεί σε τρία Παραδείγματα: «Χαλαρό Κρατοκεντρικό», «Παγκόσμιας Κοινωνίας» και «Παγκόσμιας Κοινωνικής Τάξης» (Μαρξιστικό-Λενινιστικό).
13.  Ο. π. σελ. 346.
14.  Gilpin Robert, 2002. Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία. Η Διεθνής Οικονομική Τάξη. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 36. Σύμφωνα με τον Gilpin: «αν και όταν το έθνος-κράτος εξαφανιστεί, θα αντικατασταθεί από κάποι νέα μορφή επίσημης πολιτικής εξουσίας».
15.  Gilpin Robert, 2004. Πόλεμος και Αλλαγή στη Διεθνή Πολιτική. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 98.
16.  Κώνστας Δημήτριος – Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, 2002. Διεθνείς Σχέσεις. Συνέχεια και Μεταβολή. Ι. Σιδέρης, Αθήνα. Σελ. 237.
17.  Ό. π. σελ. 164.
18.  Ό. π. σελ.  165.
19.  Gilpin Robert, 2002. Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία. Η Διεθνής Οικονομική Τάξη. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 35. Σύμφωνα με τον Gilpin, ο «κονστρουκτιβισμός» ασκεί στις μέρες μας δριμεία κριτική στον ρεαλισμό. O Alexander Wendt, στο έργο του «Social Theory of International Politics» υποστηρίζει ότι η διεθνής πολιτική «οικοδομείται μάλλον κοινωνικά» και δεν αποτελεί αντικειμενική πραγματικότητα. Οι ανθρώπινες δομές καθορίζονται από κοινές ιδέες και όχι από υλικές δυνάμεις. Επίσης ότι τα συμφέροντα είναι το προϊόν των κοινών ιδεών και δεν προέρχονται από τη φύση.
20.  Άγγελος Σ. Βλάχος, 1998. Θουκυδίδου, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Εστία, Αθήνα. Σελ. 74, Ε΄ (89-91).
21.  Ήφαιστος Παναγιώτης, 2004. Οι Διεθνείς Σχέσεις ως Αντικείμενο Επιστημονικής Μελέτης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 185.
22.  Gilpin Robert, 2002. Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία. Η Διεθνής Οικονομική Τάξη. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 29.
23.  Ό. π. σελ. 376.
24.  Ό. π. σελ.  77.
25.  Ό. π. σελ.  376.
26.  Gilpin Robert, 2004. Πόλεμος και Αλλαγή στη Διεθνή Πολιτική. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 98.
27.  Ό. π. σελ.  100.
28.  Ό. π. σελ.  48.
29.  Mearsheimer John, 2007. Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 122.
30.  Carr Edward, 2004. Η Εικοσαετής Κρίση. Εισαγωγή στη μελέτη των διεθνών σχέσεων. Ποιότητα, Αθήνα. Σελ. 88. 

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Επιστολή Ελευθερίου Βενιζέλου για Κεμάλ


Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1934
Κύριε Πρόεδρε,
Για περίπου επτά αιώνες ολόκληρη η Μέση Ανατολή και μεγάλο τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης αποτέλεσαν θέατρο αιματηρών πολέμων. Κύρια αιτία γι αυτούς ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων. Η υποδούλωση χριστιανικών λαών, οι θρησκευτικοί πόλεμοι του Σταυρού εναντίον της Ημισελήνου που μοιραία επακολούθησαν και οι διαδοχικές εξεγέρσεις όλων αυτών των λαών που προσέβλεπαν στην απελευθέρωσή τους δημιουργούσαν μια κατάσταση πραγμάτων που θα παρέμενε μόνιμη πηγή κινδύνων όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε τα ίχνη που της είχαν αφήσει οι Σουλτάνοι.

Η εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1922, όταν το εθνικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θριάμβευσε επί των αντιπάλων του, έθεσε οριστικά τέλος σ' αυτή την κατάσταση αστάθειας και μισαλλοδοξίας.

Πράγματι, σπάνια στη ζωή ενός έθνους πραγματοποιήθηκε σε τόσο λίγο χρόνο μια αλλαγή τόσο ριζική. Μια παρακμάζουσα αυτοκρατορία που ζούσε υπό θεοκρατικό καθεστώς στο οποίο οι έννοιες του δικαίου και της θρησκείας συγχέονταν μετατράπηκε σ`ένα εθνικό και σύγχρονο κράτος, γεμάτο ενέργεια και ζωή. Με την ώθηση του μεγάλου μεταρρυθμιστή Μουσταφά Κεμάλ το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων καταλύθηκε και το κράτος κατέστη αληθινά κοσμικό. 


Το έθνος ολόκληρο στράφηκε προς την πρόοδο, με την θεμιτή φιλοδοξία να ενταχθεί στην πρωτοπορία των πολιτισμένων λαών. Όμως το κίνημα για την εδραίωση της ειρήνης προχώρησε από κοινού με όλες εκείνες τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις που προσέδωσαν στο νέο κυρίως εθνικό κράτος της Τουρκίας τη σημερινή του μορφή. 

Πράγματι η Τουρκία δεν δίστασε να αποδεχθεί ειλικρινά την απώλεια επαρχιών όπου κατοικούσαν άλλες εθνότητες και, ικανοποιημένη πραγματικά με τα εθνικά και πολιτικά της σύνορα όπως καθορίστηκαν από τις Συνθήκες, έγινε αληθινός στυλοβάτης της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή.

Είμαστε εμείς οι Έλληνες που αιματηροί αγώνες αιώνων μας είχαν φέρει σε κατάσταση διαρκούς ανταγωνισμού με την Τουρκία οι πρώτοι που είχαμε την ευκαιρία να αισθανθούμε τις συνέπειες αυτής της βαθιάς αλλαγής στη χώρα αυτή, διάδοχο της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Από την επόμενη μέρα της Μικρασιατικής καταστροφής, διαβλέποντας την δυνατότητα συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, που προέκυψε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της απλώσαμε το χέρι και το δέχτηκε με ειλικρίνεια. Από αυτήν την προσέγγιση, που μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για τη δυνατότητα συνεννόησης ακόμη και μεταξύ λαών που τους χώρισαν οι πιο σοβαρές διαφορές, όταν αυτοί διαποτιστούν με την ειλικρινή επιθυμία για ειρήνη, προέκυψαν μόνο καλά, τόσο για τις δύο ενδιαφερόμενες χώρες όσο και για τη διατήρηση της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή. 


Ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται αυτή η πολύτιμη συμβολή στην ειρήνη δεν είναι άλλος από τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Πασά. Έχω λοιπόν την τιμή ως αρχηγός της Ελληνικής Κυβέρνησης το 1930, όταν η υπογραφή του Ελληνοτουρκικού συμφώνου σηματοδότησε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να υποβάλλω την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά για την διακεκριμένη τιμή του βραβείου Νόμπελ για την Ειρήνη.

Με βαθύτατη εκτίμηση
Ε. Κ. Βενιζέλος
 "

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Μύθος Ερυσίχθονα του Θεσσαλού


Ο Ερυσίχθονας ο Θεσσαλός (Αγιά Λάρισας) ήταν μυθικός γιος του Μυρμιδόνα ή του Τρίοπα (παντόπτη με τρία μάτια) και εγγονός του θεού Ποσειδώνα.

Ο Ερυσίχθονας ήταν γνωστός για την ασέβειά του. Μια ημέρα πήρε μαζί του 20 δούλους του και πήγε στο άλσος που είχαν αφιερώσει οι Πελασγοί στη θεά Δήμητρα. Εκεί διέταξε τους δούλους να κόψουν τα δέντρα για να μπορέσει να χτίσει εκεί παλάτι στο οποίο θα γλεντούσε με τους φίλους του. Ανάμεσα στα άλλα δέντρα βρισκόταν και μία πανύψηλη λεύκα που ήταν το αγαπημένο δέντρο της Δήμητρας. 
Γύρω από τη λεύκα αυτή οι Δρυάδες Νύμφες έψελναν τα όμορφα τραγούδια τους και χόρευαν τους μαγικούς χορούς τους. Ο ασεβής Ερυσίχθονας δεν σταμάτησε το καταστρεπτικό του έργο ούτε μπροστά στο ιερό αυτό δέντρο. Με την πρώτη όμως τσεκουριά που του έδωσε παρουσιάσθηκε ενώπιόν του η ιέρεια της Δήμητρας Νικίππη, που δεν ήταν παρά η ίδια η θεά μεταμορφωμένη.
 Η ιέρεια προσπάθησε να σταματήσει το κόψιμο των δέντρων, αλλά ο Ερυσίχθονας την απείλησε με την αξίνα του. Η θεά τότε πέταξε τη μεταμφίεση της ιέρειας και εμφανίσθηκε με όλη της τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια. Οι δούλοι σκόρπισαν από δω και από κει, και ήταν έτοιμοι να πεθάνουν από τον φόβο τους. Η Δήμητρα όμως τους λυπήθηκε και τους άφησε να φύγουν χωρίς να τους βλάψει, ενώ τον ασεβή Ερυσίχθονα τον τιμώρησε με ακράτητη πείνα.
Από τη στιγμή εκείνη ο Ερυσίχθων άρχισε να τρώει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Αφού έφαγε ό,τι φαγώσιμο βρισκόταν στο σπίτι του και όλα του τα ζώα, άρχισε να γυρίζει στους δρόμους και να αρπάζει τις προσφορές από τους βωμούς. Οι δυστυχισμένοι οι γονείς του δεν ήξεραν πώς να τον βοηθήσουν. Ο πατέρας του κατέφυγε στον Ποσειδώνα, ο οποίος όμως ήταν εξίσου ανίκανος να θεραπεύσει τον εγγονό του από το κακό που τον βρήκε. Στο μεταξύ ο Ερυσίχθονας βασανιζόταν όλο και περισσότερο από την πείνα. Πούλησε την κόρη του Μήστρα για να αγοράσει τρόφιμα. Αλλά η Μήστρα, που ήταν μάγισσα, επέστρεψε στο σπίτι της και παρακάλεσε και πάλι τον Ποσειδώνα. 
Ο θεός, μη μπορώντας να βοηθήσει τον Ερυσίχθονα, έδωσε στη Μήστρα την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε διάφορα ζώα και να ξεφεύγει από τον πατέρα της. Μία εκδοχή αναφέρει ότι η Μήστρα, από δική της πρωτοβουλία, εκμεταλλεύθηκε το χάρισμα της μεταμορφώσεως για να πουλιέται ως δούλα συνεχώς και να βοηθά έτσι τον πατέρα της. Αλλά στο τέλος, ο Ερυσίχθονας, μη έχοντας να φάει τίποτα πια, άρχισε να τρώει το ίδιο του το κρέας μέχρι που πέθανε.
Με τον μύθο του Ερυσίχθονα ασχολήθηκαν πολλοί αρχαίοι ποιητές και μυθογράφοι, όπως ο Καλλίμαχος στον έκτο του ύμνο προς τη Δήμητρα, ο Λυκόφρων, ο Νίκανδρος και ο Οβίδιος.
Βικιπαίδεια

ΣΧΟΛΙΑ:
Ο παραπάνω μύθος είναι πάντα επίκαιρος και ειδικά σήμερα που Ερυσίχθονας είναι η Νέα Τάξη, η αδηφάγος οικονομική ελίτ, η οποία είναι ασεβής προς το περιβάλλον με το πρόσχημα της ανάπτυξης επιβάλλοντας την Παγκόσμια Διακυβέρνηση. Βελανιδιές είναι το περιβάλλον (γη) και Δρυάδες Νύμφες οι λαοί. Πρόθυμοι υπηρέτες (δούλοι) του Ερυσίχθονα οι πολιτικοί ηγέτες. Η Μήστρα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η αστική τάξη, η οποία ξεπουλιέται συνεχώς!

Στο τέλος μη έχοντας άλλες πηγές τροφής τρώει και τις ίδιες του τις σάρκες!! 
Σαν συμπέρασμα προκύπτει με βάση τον μύθο, ότι θα επέλθει η φάση καταστροφής όλων των ειδών ελίτ, όπως τις γνωρίζουμε, αφού θα εξαντλήσουν τα πάντα και θα προκύψει κάτι καινούργιο και μάλιστα σε σύντομο ιστορικό χρόνο, καθόσον αυτός λόγω της παγκοσμιοποίησης είναι πλέον συμπυκνωμένος. 
Καθήκον του "ΑΝΘΡΩΠΟΥ" υποκειμένου, που θα προκύψει από αυτή την κοσμογονία είναι να διασώσει ότι μπορεί από την ταυτότητά του και να πορευτεί προς το μέλλον συλλογικά με βάση τις αρχέγονες ρίζες του (Δήμητρα).

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

“Παράπονο” του Οδυσσέα Ελύτη.



Αναρωτιέμαι μερικές φορές: 
  • Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά ,πως η ζωή μου είναι μία; 
  • Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; 
  • Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

 Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα.  Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις ,πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.
 

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Διάλογος Μεγάλου Αλέξανδρου με τον Διογένη


Όποιον και αν ρωτήσεις, τι είπε ο Διογένης στον Μεγαλέξανδρο, θα σου απαντήσει εκείνο το χιλιοειπωμένο «μη μου κρύβεις τον ήλιο» ή 
 «μη μου στερείς αυτό που δεν μπορείς να μου χαρίσεις».

 ( Διογένης επε στν Μέγα λέξανδρο: "ποσκότησόν με", πο χει διττ σημασία: καί "μν μο κάνης σκιά" καί "μν μ σκοτίζης")

Οι νεοέλληνες ειδικοί κατά έναν περίεργο τρόπο, σταματούν εδώ χωρίς να επεκτείνονται στην υπόλοιπη συζήτηση του Αλεξάνδρου με τον Διογένη, η οποία είναι πραγματική διάλεξη πολιτικής κοινωνιολογίας. Ο Διογένης συμφωνεί με την Σωκρατική αντίληψη περί γνώσεως. Δηλαδή δεν μπορεί να ασχοληθεί κάποιος επιτυχώς και επωφελώς με κάτι αν το αγνοεί.

Νομίζεις λέει στον Μέγα Αλέξανδρο πως είναι ηνίοχος εκείνος που δεν μπορεί να κρατήσει τα ηνία; Ή εκείνος που δεν ξέρει να κυβερνήσει είναι κυβερνήτης; Ο Αλέξανδρος τότε, ανήσυχος μήπως θεωρηθεί ότι δεν γνωρίζει να βασιλεύει, ρωτά πολύ εύστοχα: Ποιος διδάσκει την βασιλική τέχνη που πρέπει να μεταβεί κανείς για να την μάθει;

Στο ερώτημα ο Διογένης απαντά, πως η μόρφωση είναι δυο ειδών. Εκείνη που διαθέτει ο άνθρωπος από την φύση, την «θεία», και εκείνη που αποκτά από τους ανθρώπους την «ανθρώπινη». Δηλαδή η έμφυτη και η επίκτητη. Για να γίνει όμως κάποιος σωστά μορφωμένος, είναι απαραίτητο να προστεθεί η ανθρώπινη στην θεία. Δηλαδή ο κυβερνήτης ο βασιλεύς ο ιατρός πρέπει να έχει το ταλέντο, την έμφυτο κλίση να κυβερνήσει να βασιλεύει να ιατρεύει κλπ. Η άποψη αυτή του Διογένους επικρατεί σήμερα στην παιδαγωγική επιστήμη και αποτελεί την βάση του επαγγελματικού προσανατολισμού.

Ο Διογένης βεβαιώνει τον Αλέξανδρο, ότι όποιος έχει την θεϊκή-έμφυτη μόρφωση, εύκολα αποκτά και την άλλη, την ανθρώπινη, αφού ακούσει λίγα και λίγες φορές. Απορίας άξιο είναι, γιατί περιορίζουν τον Διογένη στα αστεία και στα πειράγματά του και «αγνοούν» την προσφορά του στην επιστήμη της πολιτικής κοινωνιολογίας. Άλλωστε δεν είπε τυχαία στο τέλος την κουβέντα ο Αλέξανδρος, πως, «Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος θα ήθελα να ήμουν Διογένης»

Ολοκληρώνοντας τον διάλογό του ο Διογένης, με τον Μέγιστο της οικουμένης, λέει: «Ακόμη κι αν κατακτήσεις όλον τον κόσμο, ακόμη κι αν περάσεις τις ηράκλειες στήλες και κατακτήσεις την μεγάλη ήπειρο που βρίσκεται πέρα από τον μεγάλο ωκεανό που είναι μεγαλύτερη από την Ασία, δεν θα είσαι μεγάλος βασιλιάς, αν πρώτα δεν είσαι καλός άνθρωπος. «Μείζω της Ασίας ήπειρον, τον Ωκεανόν διανηξάμενος».

Σε ποιά Ήπειρο αναφερόταν ο Διογένης άραγε; Μα είναι πασιφανές πως μιλάει για την Αμερική ( καθότι η Ατλαντίδα ήταν στον βυθό...). Είναι προφανές πως η μυστική ιστορία του Γένους μας εξαπλώνεται σε μέρη και καταστάσεις που δεν έχουμε αντιληφθεί. 

Η αρχαία Ελληνική πραγματεία και μυθολογία - ιστορία μας μιλάει για υπερατλαντικά ταξίδια σε όλο τον κόσμο, για υπερόπλα, ακόμα και για πτητικές μηχανές. Ως πότε θα κλείνουμε τα μάτια σε κάτι που "βγάζει μάτι". Δεν νομίζω ότι είναι ούτε ντροπή, ούτε φασιστικό να πούμε πως η Ελλάς είναι η γενέτειρα και ο ηνίοχος κάθε ανθρώπινης γνώσης.

[Πηγή: pisoapothnkoyrtina.blogspot.gr]