Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ:«Αινίγματα σε Γκρίζο Φόντο»


Συγγραφέας: Γιώργος Μπαλάνος,  

Μυστικοί Τόποι, Μυστικές Αδελφότητες και οι Κυνηγοί του Αγνώστου! Ένας οδηγός για όσους τολμηρούς ή και απλώς περίεργους θέλουν να εισχωρήσουν στους παράξενους κόσμους που υπάρχουν κρυμμένοι ανάμεσά μας. Το ιδανικό βιβλίο για να αρχίσει κανείς (
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS-7).

Ο τρόπος που γράφει ο Μπαλάνος κεντρίζει και τον πιο δύσκολο αναγνώστη.
Είναι δύσκολη η κατάταξή του αναφορικά με τα έργα του δηλαδή γνώστης και "ιστορικός" (μίας παλιάς ξεχασμένης ιστορίας) ή Παραμυθάς;
Μάλλον δεν θα πρέπει να θεωρηθεί παραμυθάς αλλά "συνομώτης" --- της αλήθειας και της αποκάλυψης ή του ψέματος και της παραπλάνησης. (1)

Στο έργο του «Αινίγματα σε Γκρίζο Φόντο» αναφέρεται σε έναν απίστευτο κοσμικό (και πέρα από αυτούς) πόλεμο μεταξύ 2 αιώνιων αντιπάλων. Στη συνέχεια μιλάει για το "Μεγάλο Παιχνίδι" στο οποίο συμμετέχει και μας παρέχει στοιχεία για το πώς θα συμμετέχουμε και εμείς οι κοινοί. Ο όρος "Συνωμότης" έχει να κάνει με το γιατί θέλει (εάν θέλει) να συμμετέχουμε εμείς, αφού κατά κανόνα όσοι αποκτούν γνώση δεν την μοιράζονται, εκτός και εάν εξυπηρετούν δικά τους συμφέροντα (αυτό είναι που μας ενδιαφέρει).
Ξεκινώντας το 1ο κεφάλαιο, «ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ» ανοίγει μια χαραμάδα στο Κουτί της Πανδώρας (Σελ 11):

"Θα μιλήσουμε για τους παράξενους δαιδαλώδεις δρόμους που μπορεί να βρει κανείς ψάχνοντας, και για τους ακόμη πιο παράξενους τόπους όπου μπορεί να οδηγούν οι δρόμοι αυτοί. Θα μιλήσουμε για το μυστήριο και για τη γοητεία αυτής της αναζήτησης, καθώς και για τους κινδύνους που περικλείει. Έχω ακολουθήσει μερικούς από τους δρόμους αυτούς και έχω δει μερικούς από τους τόπους στους οποίους οδηγούν, και ξέρω. Ίσως, αν βρω τον τρόπο, θα μιλήσουμε και για κάτι άλλο. Δεν το υπόσχομαι, αλλά θα προσπαθήσω να το κάνω…"

Θέλει να μιλήσει για ξένους που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και τους σκοπούς τους, για άλλες διαστάσεις, επίπεδα ύπαρξης και μυστηριακές πόλεις απίστευτης ομορφιάς, για καταστάσεις πέρα από τον χώρο και τον χρόνο και τελικά για μια Σχολή, για έναν Καταλύτη, για μια Φωλιά και για έναν πανάρχαιο πόλεμο, μία σύγκρουση που άρχισε πριν ο άνθρωπος εμφανιστεί στη γή…

Στο 2ο κεφάλαιο, «Ο ΠΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΦΛΟΓΑ», η υπόθεσή του κινείται σε μεταλογικά πλαίσια και παράγει μια «μυθολογία» προκειμένου να μας μεταφέρει μεταλογικές εικόνες,(Σελ 35):

«Τούτη είναι μια ιστορία ασύλληπτων κοσμικών συγκρούσεων πέρα από το χωροχρόνο αλλά και μέσα στο χωροχρόνο – και τα συμβάντα αυτής της δεύτερης, μερικής όψης της ιστορίας είναι εκείνα που κυρίως ενδιαφέρουν τον άνθρωπο.

Κάποτε δύο ενάντιες δυνάμεις – δύο εντελώς διαφορετικές μορφές νοημοσύνης – βρέθηκαν αντιμέτωπες στο ευρύτερο σύμπαν: οι Κύριοι του Πάγου και οι Κύριοι της Φλόγας.

Δύο αντίπαλες παρατάξεις, με την κάθε μία να εκφράζει και ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων: μία στατική ή “παγωμένη” και μια δυναμική ή “φλογερή” αντίληψη -δύο θέσεις που διαμόρφωσαν αντίστοιχα το χαρακτήρα των όντων της κάθε πλευράς.

Η Φλόγα είχε συναντηθεί με τον Πάγο!  Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και μοιραία.

Και η κοσμική αυτή διαμάχη απλώθηκε ανάμεσα στ' άστρα αλλά και σε περιοχές και διαστάσεις ακατανόητες για τον άνθρωπο, τους λεγόμενους “Υπερχώρους”.
Ο πόλεμος αυτός ίσως δεν θ' άγγιζε καν τον άνθρωπο αν και η Γη δεν αποτελούσε μέρος ενός τέτοιου Υπερχώρου. Γιατί αυτό που ο άνθρωπος αποκαλεί αυτάρεσκα “κόσμο του” είναι μονάχα ένα περιορισμένο τμήμα της πλανητικής υπόστασης, εκείνο που μπορεί να συλλάβουν ο νους και οι αισθήσεις του. Η αληθινή Γη είναι μια ευρύτερη υπόσταση – είναι ένας πλυδιάστατος “γεωμετρικός τόπος” που αποτελεί απλό τμήμα ενός εξίσου πολυδιάστατου και αληθινά απέραντου πεδιακού πλέγματος.

Σ' αυτό το κοσμικό πανόραμα, όπου πολλοί πλανήτες μπορεί ν' ανήκουν σ' έναν Υπερχώρο και -ταυτόχρονα- πολλοί Υπερχώροι να ανταμώνουν σ' έναν πλανήτη, σε μια ασύλληπτη τοπολογική εικόνα, δεν θα είχε νόημα να μιλά κανείς πια για “γήινους” και “εξωγήινους”. Έτσι κι αλλιώς ο άνθρωπος δεν διαθέτει τα αισθητικά εργαλεία για να συλλάβει την πλήρη εικόνα, ούτε τα αντίστοιχα νοητικά για να την κατανοήσει.

 Τούτη η ιστορία δεν θα υπήρχε καν ούτε σαν μύθος αν πριν από αμέτρητα χρόνια οι Κύριοι του Πάγου δεν άρχιζαν να επεκτείνονται δραστήρια προς το τμήμα εκείνο του Υπερχώρου όπου ανήκει και η δική μας Γη. Και φυσικά οι Κύριοι της Φλόγας αντέδρασαν στην κίνηση αυτή στέλνοντας μια ειδικά εκπαιδευμένη οντότητα στον ανθρώπινο κόσμο.
 
Ένα πλάσμα που στον ανθρώπινο χώρο είναι απλώς γνωστό ως “Καταλύτης”. Αυτό και τίποτε άλλο!
Θα ήταν μάταιο να επιχειρήσουμε ν' αναλύσουμε εδώ την αποστολή, τό ρόλο και τη στρατηγική αυτού του Καταλύτη, αν και ήδη το όνομά του αποκαλύπτει αρκετά. Και σίγουρα ο Καταλύτης αυτός – από την ίδια τη φύση του παιχνιδιού και των κανόνων του – δεν θα μπορούσε να ενεργήσει ή να παρέμβει άμεσα στο παιχνίδι.

Μια τέτοια άμεση παρέμβαση θα εισήγαγε ένα “ξένο στοιχείο στο σύστημα”, μια “παραδοξότητα”, μια εστία τόσο έντονης ανωμαλίας στον τοπικό Υπερχώρο που τ' αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά για όλους. Ετσι η μόνη δυνατότητα του Καταλύτη ήταν να δράσει έμμεσα και μέσα στα επιτρεπτά πλαίσια του συστήματος, ας πούμε σαν διοργανωτης μιας τοπικής ανθρώπινης πέμπτης φάλαγγας.

Και την πέμπτη αυτή φάλαγγα στα νώτα του παγωμένου εχθρού η μυστική παράδοση την ονομάζει “Φωλιά του Παγωνιού”, “Αδελφότητα της Φωλιάς” ή απλώς “Φωλιά” - ή τουλάχιστον με αυτό το συμβολικό – κωδικό όνομα είναι συνήθως γνωστή στον ανθρώπινο χώρο».

Αν τα βρίσκετε όλα αυτά μυστηριώδη κι ακαταλαβίστικα, έχει κι αυτό τα καλά του! Αναρωτηθήκατε ποτέ πόσο βαρετό θα ήταν τούτο το σύμπαν αν δεν έκρυβε όλα αυτά τα συναρπαστικά μυστήρια;

Ο Μπαλάνος είναι ξεκάθαρος σχετικά με το ποια "μεριά" έχει διαλέξει (από τους αιώνιους αντίπαλους), ενώ στη σελίδα 162 του βιβλίου συζητά για την Σχολή, στην οποία μάλλον θα πρέπει να μαθητεύσουμε εάν θέλουμε να μπούμε στο Μεγάλο Παιχνίδι: 
" ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ , ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΩΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΞΟΝΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΧΟΛΗ".

Τέλος η περιγραφή της τοποθεσίας που δίνει στο 13ο κεφάλαιο «ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ» είναι «ονειρικά γοητευτική» και εκεί μας δίνει ένα κλειδί σε δύο κομμάτια ήτοι σε όσα διαβάσαμε και στο σόκ που θα πρέπει να πετύχουμε αν τα καταφέρουμε!, Επιπλέον διευκρινίζει  (Σελ.239):  "Η όλη περιγραφή που ακολουθεί γίνεται από τη σκοπιά  ενός παρατηρητή που στέκεται στην περιοχή που μένω στο Παγκράτι» . Εννοεί μήπως ότι υπάρχει πρόσβαση στη Σχολή από το Παγκράτι ή κάπου εκεί κοντά; (1)

Προκειμένου να κατανοήσουμε τι περίπου θέλει να πει θα πρέπει να αναλύσουμε προσεκτικά  το θέμα. Ας στοχαστούμε το παρακάτω κείμενο του συγγραφέα στο 3ο κεφάλαιο «ΕΚΕΙΝΗ Η ΔΙΠΛΑΝΗ ΠΟΡΤΑ», το οποίο θεωρεί ως θεμελιώδες (σελ51).

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΘΥΠΑΡΚΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΣΥΜΠΑΝ. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΩΡΟΥΜΕ ΩΣ "ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ" ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΑΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ ΕΝΑΣ ΝΟΥΣ, Ο ΝΟΥΣ ΚΑΠΟΙΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ. ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ Η ΩΣ ΣΥΝΟΛΟ, Ο ΚΑΘΕ ΝΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Η ΚΑΘΕ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑΣ ΝΟΥΣ "ΓΕΝΝΑ" ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ.
ΚΑΙ ΕΦΟΣΟΝ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΕΙΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΩΝ, ΕΝΑΣ ΝΟΥΣ - Ο ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΕΙΑ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ - ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΥΠΑΡΚΤΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΘΕΛΕΙ...


ΚΟΝΤΟΛΟΓΙΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΤΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙΣ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ!». 

«Η Γνώση δίδεται δωρεάν σε αυτούς που την αναζητούν».

(1) Επιμέλεια μέρους διαλόγου φόρουμ www.esoterica.gr/forums/topic

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Η ντροπή ... κατά τον Αριστοτέλη


Τώρα ποιά πράγματα ντρέπονται οί άνθρωποι ή αντίθετα γιά ποιά δέν αισθάνονται καμμιά ντροπή, καί μπροστά σέ ποιους και σέ ποιά κατάσταση ευρισκόμενοι, γίνεται φανερό από τα ακόλουθα. 

Άς ορίσουμε τή ντροπή ώς ένα είδος λύπης ή ταραχής πού προέρχεται από τά κακά εκείνα, τά παρόντα, παρελθόντα ή μέλλοντα, πού φαίνονται δτι οδηγούν στην ανυποληψία, ενώ ή αναισχυντία είναι κάποια περιφρόνησις και αδιαφορία γιά τά ϊδια αυτά κακά. 

Άν λοιπόν έτσι ορίζεται ή ντροπή, πρέπει νά ντρέπεται κανείς γιά έκεΐνα τά κακά πού φαίνονται δτι είναι αισχρά ή γιά μάς ή γιά κείνους πού ένδιαφερόμαστε. Τέτοια είναι τά έργα πού προέρχονται από δειλία, δπως παραδείγματος χάριν νά πε-τάξης τήν ασπίδα ή νά τραπής εις φυγή. Γιατί τέτοιες πράξεις προέρχονται από δειλία. Τέτοιο είναι καί τό νά κατακρατήσης μιά παρακαταθήκη. Γιατί αυτό πηγάζει από αδικία. Καί τό νά συναναστρέφεσαι πρόσωπα πού δέν πρέπει ή σέ μέρος πού δέν πρέπει ή σέ χρόνο πού δέν πρέπει. Γιατί αυτό προέρχεται από ακολασία. Επαίσχυντο είναι καί τό νά έπιδιώκης νά κερδίζης από μικρά πράγματα ή από αισχρά ή από αδύνατους ανθρώπους, δπως έπί παραδείγματι από φτωχούς ή από πεθαμένους. 

Έτσι βγήκε κι ή παροιμία: «Κοιτάζουν νά κερδίσουν κι από πεθαμένο». Γιατί μιά τέτοια διάθεσις προέρχεται από αισχροκέρδεια καί φιλοχρηματία. Ντροπή είναι καί νά μή βοηθάς κάποιον μέ χρήματα τή στιγμή πού μπορεΐς, ή νά τον βοηθάς λιγότερο από δ,τι πρέπει. Ντροπή είναι καινά δεχόμαστε βοήθεια από ανθρώπους πού είναι λιγότερο εύποροι από μάς. Καί νά δανειζόμαστε από εκείνον πού φαίνεται δτι ζητεί δάνειο, καί νά ζητούμε από εκείνον πού μάς ζητεί τό όφειλόμενρ, και νά απαιτούμε κάποιο χρέος τή στιγμή πού ό άνθρωπος μάς ζητάει, καί νά επαινούμε κάποιον ώστε νά φαινόμαστε ότι ζητοϋμε, και ενώ εχουμε άποτύ-χει στο ζητούμενο νά εξακολουθούμε νά επιμένουμε. Γιατί δλα αυτά είναι σημεία τσιγγουνιάς. Καί νά επαινούμε εναν πού είναι παρών, νά υπερτονίζουμε τις αρετές του καί νά αποσιωπούμε τά ελαττώματα του, καί νά δείχνουμε μεγαλύτερη λύπη από εναν πού είναι λυπημένος, κι δλα τά τέτοια είναι έπαίσχυντα. Γιατί είναι σημάδια κολακείας.

Ντροπή είναι καί νά μή υπομένουμε κόπους πού τούς υπομένουν οι μεγαλύτεροι μας στά χρόνια ή οί καλομαθημένοι ή άνθρωποι πού έχουν ύψηλότερες θέσεις από εμάς ή είναι σωματικά πιο άδύνατοι από μάς. Γιατί όλα αυτά είναι σημάδια θηλυ-πρέπειας. Καί νά ευεργετούμαστε άπό άλλον, καί μάλιστα όταν αυτό γίνεται πολλές φορές, καί νά αναφέρουμε μέ τρόπο προσβλητικό γιά τον άλλον τις ευεργεσίες πού του κάμαμε. Γιατί όλα αυτά είναι σημεία μικροψυχίας καί ταπεινότητας. Ντροπή είναι καί νά περιαυτολογούμε καί νά δίνουμε υποσχέσεις, καί νά ισχυριζόμαστε δτι τά ξένα είναι δικά μας. Γιατί αύτό είναι σημάδι αλαζονείας. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ όλα τά άλλα ελαττώματα τοΰ χαρακτήρα, γιά τις πράξεις πού απορρέουν άπό αύτά, γιά τά σημάδια τους καί γιά τά πράγματα πού μοιάζουν μέ αύτά, δλα αύτά είναι αισχρά καί μας κάνουν νά ντρεπόμαστε. Επαίσχυντο είναι έπίσης καί νά μή μετέχουμε στά αγαθά πού μετέχουν όλοι ή όλοι οί δμοιοί μας ή οί περισσότεροι. Κι όταν λέω δμοιοι, έννοώ τούς ομοεθνείς, τούς συμπολίτες, τούς συνομήλικες, τούς συγγενείς, γενικά δλους πού είναι τοϋ δικοΰ μας επιπέδου. Είναι, πράγματι, ντροπή νά μή μετέχουμε στη μόρφωσι, έπί παραδείγματι, στον ϊδιο βαθμό, καθώς καί στά άλλα αγαθά. Κι δλα αύτά είναι πιό έπαίσχυντα, άν προέρχονται άπό δική μας υπαιτιότητα.  

Γιατί έτσι όλα φαίνονται ότι όφείλονται μάλλον στήν κακία μας, άν εμείς οί ϊδιοι είμαστε αίτιοι γιά τά κακά πού ύπήρξαν, πού ύπάρχουν ή μέλλουν νά υπάρξουν. Καί αισθανόμαστε ντροπή όταν παθαίνουμε ή εχουμε πάθει ή πρόκειται νά πάθουμε τέτοια κακά πού όδηγοϋν στην ανυποληψία καί τό στιγματισμό. Καί τέτοια είναι δσα υπηρετούν τό σώμα ή έπαίσχυντες πράξεις, μεταξύ των οποίων καί ή υβριστική συμπεριφορά. Καί δσα άναφέρονται στην ακολασία, εϊτε συντελοϋνται μέ τη θέλησί μας η χωρίς αυτή, είναι αισχρά. Όπως επίσης καί δσα άναφέρονται στή βία, τά όποια βέβαια είναι ακούσια. Γιατί τό να ύπομένης τή βία καί νά μή τήν άντιμετωπίζης, προέρχεται από δειλία ή από ανανδρία. 

Αυτά λοιπόν καί τά παρόμοια προκαλοϋν ντροπή στούς ανθρώπους. Κι έπειδή ή ντροπή είναι φαντασία δτι χάνουμε τήν υπόληψή μας, αυτήν κυρίως καί όχι τις συνέπειες, κι επειδή κανείς δεν ένδιαφέ-ρεται γιά τή γνώμη των άλλων παρά μόνο γιά κείνους πού έχουν αυτή τή γνώμη γι’ αυτόν, συνάγεται δτι ντρεπόμαστε τά πρόσωπα εκείνα πού έκτιμουμε.Καί εκτιμούμε αυτούς πού μάς θαυμάζουν πι αυτούς πού θαυ|μάζουμε, καί έκείνους από τούς οποίους θέλουμε νά θαυμαζόμαστε, καί δσοι είναι εφάμιλλοι μας καί εκείνοι των οποίων τή γνώμη δεν καταφρονούμε. Θέλουμε λοιπόν νά μάς θαυμάζουν καί θαυμάζουμε κι έμεΐς έκείνους τούς ανθρώπους πού έχουν κάποιο αγαθό άπό αυτά πού θεωρούνται πολύτιμα ή δσους τυχαίνει νά παρακαλούμε έπίμονα γιά κάτι πού είναι στο χέρι τους, δπως εκείνοι πού αγαπούν. 

’Εκείνοι πρός τούς οποίους άμιλλώμαστε είναι οί δμοιοί μας, καί έκεινοι γιά τούς οποίους φροντίζουμε είναι οί φρόνιμοι, γιατί πάντα έχουν μέ τό μέρος τους τήν αλήθεια. Καί τέτοιοι είναι οί μεγαλύτεροι στήν ηλικία καί οί μορφωμένοι. Ντρεπόμαστε γιά πράξεις πού κάνουμε μπροστά στά μάτια τών άλλων καί μάλλον στά φανερά. ’Έτσι προήλθε καί ή παροιμία: «ή ντροπή είναι στά μάτια». Γι’ αυτό ντρεπόμαστε περισσότερο αυτούς πού θά βρίσκωνται πάντοτε κοντά μας κι αυτούς πού μάς προσέχουν, γιατί καί στις δυο περιπτώσεις είμαστε μπροστά στά μάτια τους.

Ντρεπόμαστε επίσης τούς ανθρώπους πού δέν κατηγορούνται γιά τά ίδια πράγματα μέ μάς, γιατί είναι φανερό δτι αυτοί φρονούν τά αντίθετα άπό μάς. Κι αυτούς πού δέν συγχωρούν εύκολα εκείνους πού φαίνονται δτι σφάλλουν. Γιατί για δσα κάνει κανείς ό ϊδιος, δέν μέμφεται ποτέ τούς άλλους. "Ωστε είναι φανερό δτι τούς μέμφεται γιά δσα δέν πράττει ό ϊδιος. Καί κείνους που έχουν τή συνήθεια νά έξαγέλλουν στους πολλούς τά σφάλματά μας. Γιατί δέν διαφέρει καθόλου τό νά μή διαδίδης ένα σφάλμα από τό νά μην τό θεωρής σφάλμα. Τώρα διαδίδουν τά σφάλματά μας αυτοί ποΰ έχουν άδικηθή από μάς κι οί κακολόγοι. Γιατί άφοΰ κατηγορούν κι αυτούς πού δε σφάλλουν, πολύ περισσότερο κατηγορούν αυτούς ποΰ σφάλλουν. Καί κείνους πού περνούν τον καιρό τους ασχολούμενοι με τά σφάλματα των άλλων, όπως είναι, επί παραδείγματι, οί χλευασταί κι οί συγγραφείς κωμωδιών. 

Γιατί κατά κάποιον τρόπο αυτοί είναι κακολόγοι καί συνηθίζουν νά σπερμολογούν. Καί, κεΐνους πού ποτέ δέν μάς άρνήθηκαν κάτι πού τούς ζητηύαμε. Γιατί φαίνονται σά νά μάς θαυμάζουν. Γι’ αυτό καί ντρεπόμαστε τούς ανθρώπους πού γιά πρώτη φορά μάς παρακάλεσαν γιά κάτι, γιατί ποτέ μέχρι τώρα δέν τούς δώσαμε αφορμή νά σχηματίσουν κακή γνώμη γιά μάς. Καί τέτοιοι είναι αυτοί πού μόλις τώρα θέλουν νά γίνουν φίλοι μας (γιατί έχουν προσέξει τήν καλύτερη πλευρά τού εαυτού μας, γι’ αυτό καί ήταν εύστοχη ή απόκριση τοϋ Ευριπίδη πρός τούς Συρακόσιους u· καί άπό τούς παλιούς γνωστούς μας δσοι δέν ξέρουν τίποτε εις βάρος μας. 

Οί άνθρωποι ντρέπονται όχι μόνο γιά τά πράγματα πού προκαλοϋν ντροπή, γιά τά όποια μιλήσαμε, αλλά καί μέ τις ένδείξεις τους, επί παραδείγματα όχι μόνο όταν κάνουμε έρωτα, αλλά καί όταν κάνουμε τά σχήματα αυτού. Καί δχι μόνο όταν κάνουμε αισχρές πράξεις, αλλά καί όταν αίσχρολογούμε. Επίσης, δέν ντρεπόμαστε μόνο αυτούς πού άναφέραμε, αλλά καί αυτούς πού θά ανακοινώσουν σέ αυτούς τις πράξεις μας, δπως είναι οί υπηρέτες κι οι φίλοι τους. Γενικά δέν ντρεπόμαστε αυτούς, των όποιων καταφρονούμε τή γνώμη σχετικά μέ τήν αλήθεια (γιατί κανείς δέν ντρέπεται τά παιδιά καί τά ζώα), ούτε ντρεπόμαστε γιά τά ϊδια πράγματα τούς γνωστούς καί άγνώ-στους, αλλά τούς γνωστούς τούς ντρεπόμαστε γιά κείνα πού είναι αληθινά πράγματα τής ντροπής, ένώ τούς αγνώστους γιά δσα απαγορεύει ό νόμος.

Καί τώρα οΐ άνθρωποι μπορέϊ νά νοιώσουν ντροπή όταν βρεθούν στις ακόλουθες συνθήκες. Πρώτα-πρώτα, άν βρεθούν μπροστά σέ πρόσωπα με τά όποια έχουν τέτοια σχέση σάν αυτή πού, όπως άναφέραμε, προκαλεΐ ντροπή. Καί τέτοια είναι πρόσωπα πού ή τά θαυμάζουμε ή μάς θαυμάζουν ή πρόσωπα από τά όποια θέλουμε νά θαυμαζόμαστε, ή πρόσωπα τών όποιων χρειαζόμαστε τις υπηρεσίες τους καί δέν θά τις έπιτύχουμε, άν δεν έχου με καλό δνομα. Επίσης τέτοια είναι καί τά πρόσωπα πού μάς βλέπουν, δπως ό Κυδίας, ό όποιος όταν μιλούσε στο λαό γιά τις κληρουχίες τής Σάμου, ζήτησε άπό τούς Αθήναίους νά φανταστούν δτι στέκουν γύρω τους όλοι οι Ελληνες καί τούς βλέπουν, δέν θά άκούσουν απλώς τις αποφάσεις τους.

Επίσης ντρεπόμαστε άν τά πρόσωπα αυτά είναι πλησίον ή άν πρόκειται νά λάβουν γνώσι τών πράξεών μας. Γι’ αυτό καί δέν θέλουμε ποτέ νά μάς βλέπουν οί άνταγωνισταί μας, όταν δέν τά καταφέρουμε. Γιατί οί άνταγωνισταί μας μάς έχουν έκτίμησι. Ντρεπόμαστε ακόμα κι όταν συνδεόμαστε με πράξεις ή πράγματα (πού προκαλούν ντροπή) ή δικά μας ή τών προγόνων μας ή άλλων, μέ τούς οποίους έχουμε κάποιο συγγενικό δεσμό. Καί γενικά, οί άνθρωποι ντρέπονται μπροστά σέ αυτούς πού σέβονται. Καί τέτοιοι είναι αυτοί τούς όποιους άναφέραμε καί δσοι έχουν κάποια σχέσι μέ αυτούς, καί των οποίων υπήρξαμε δάσκαλοι ή σύμβουλοι, ή άν εχουμε άλλους ανταγωνιστάς, όμοιους μέ μάς. Γιατί από ντροπή πρός αυτούς τούς ανθρώπους καί πολλά κάνουμε καί πολλά αποφεύγουμε.

Καί περισσότερο ντρεπόμαστε όταν πρόκειται νά μας ίδοΰν νά συναναστρεφόμαστε φανερά έκείνους πού γνωρίζουν τά σχετικά μέ εμάς. Γι' αυτό κι ό ποιητής Άντιφών, όταν έπρόκειτο νά θανατωθή μέ άποτυμπανισμό από τον Διονύσιο τον τύραννο, είπε πρός τούς μελλοθανάτους συγκαταδίκους του, πού σκέπαζαν τό πρόσωπό τους περνώντας μπροστά από τό πλήθος: «Τί σκεπάζεστε;», τούς λέει. «Ή μήπως αύριο πρόκειται νά σάς ίδή κανένας άπό αύτούς;».

Αυτά γιά τή ντροπή. Τώρα γιά τήν αναισχυντία είναι φανερό δτι θά μπορέσουμε νά διδαχθούμε άπό τά άντίθετα.
Πηγή: Αριστοτέλους Ρητορική Τέχνη, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετάφρ/Σημειώσ: Απ. Παπανδρέου, Επιμέλεια: Ανδριάννα Χαχλά, Αθήναι 2005 Γεωργιάδης

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Η ευτυχία κατά τον Επίκουρο

Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Επίκουρος (341 π.Χ. - 270 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και ότι ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή, η οποία ονομαζόταν Κήπος του Επίκουρου. Θεωρείται μια από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνικής φιλοσοφίας.

Ο Επίκουρος πίστευε πως η ευτυχία μπορεί να κατακτηθεί μέσω ορισμένων βασικών αποκτημάτων. Ποια είναι όμως αυτά; Ακολουθεί η επικούρεια λίστα αποκτημάτων :

 Ι. Φιλία 
Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 306 π.Χ., ο Επίκουρος στην ηλικία των 35, επέλεξε μια ασυνήθιστη κατοικία. Εντόπισε μια μεγάλη οικία λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, στον δήμο της Μελίτης, μεταξύ αγοράς και λιμανιού στον Πειραιά, και μετακόμισε εκεί με μια παρέα φίλων. Ο Επίκουρος παρατήρησε ότι: «Από όσα παρέχει η σοφία για την ευτυχία της ζωής συνολικά, το κατά πολύ πιο σημαντικό είναι η απόκτηση φίλων». 

Τέτοια ήταν η προσήλωση του στην ευχάριστη παρέα, ώστε ο Επίκουρος συνιστούσε να προσπαθεί κανείς να μην τρώει ποτέ μόνος: «Προτού φας ή πιεις οτιδήποτε, σκέψου προσεκτικά με ποιον τρως ή πίνεις παρά τι τρως και τι πίνεις: το να τρέφεσαι χωρίς κάποιο φίλο θυμίζει τη ζωή λέοντα ή λύκου».
 

Δεν υπάρχουμε παρά μόνο αν υπάρχει κάποιος που διαπιστώνει την ύπαρξη μας, όσα λέμε δεν έχουν νόημα μέχρι να τα καταλάβει κάποιος. Ο Επίκουρος, διακρίνοντας την κρυφή μας ανάγκη, αναγνώρισε πως μια χούφτα πραγματικοί φίλοι μπορούσαν να παρέχουν την αγάπη και το σεβασμό που πιθανόν να μην επιτύγχανε μια ολόκληρη περιουσία. 

ΙI. Ελευθερία 
Ο Επίκουρος και οι φίλοι του εισήγαγαν μια δεύτερη ριζοσπαστική καινοτομία. Προκειμένου να μην αναγκάζονται να δουλεύουν για άτομα που δεν συμπαθούσαν και να είναι υπόλογοι σε δυνητικά ταπεινωτικές ιδιοτροπίες, αποσύρθηκαν από τις εμπορικές δραστηριότητες των Αθηνών («πρέπει να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από το κάτεργο της καθημερινής ρουτίνας και της πολιτικής») και ξεκίνησαν κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ακριβέστερα ως κοινόβιο, αποδεχόμενοι έναν απλούστερο τρόπο ζωής με αντάλλαγμα την ανεξαρτησία. 

Θα διέθεταν λιγότερα χρήματα αλλά δε θα αναγκάζονταν ποτέ ξανά να ακολουθήσουν τις διαταγές απεχθών ανωτέρων. Έτσι αγόρασαν έναν κήπο κοντά στο σπίτι, άρχισαν να καλλιεργούν διάφορα λαχανικά και αγκινάρες. Διαιτολόγιο όχι πολυτελές, ούτε άφθονο, αλλά γευστικό και θρεπτικό.

ΙΙΙ. Σκέψη 

Υπάρχουν ελάχιστες καλύτερες γιατρειές για το άγχος από τη σκέψη. Γράφοντας ένα πρόβλημα ή αναφέροντάς το σε μια κουβέντα, επιτρέπουμε να αναδειχθούν οι ουσιαστικές πλευρές του. Και γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του, απομακρύνουμε, αν όχι το ίδιο το πρόβλημα, τουλάχιστον τα δευτερεύοντα, επιβαρυντικά χαρακτηριστικά του: τη σύγχυση, τη μετατόπιση, την έκπληξη. 

Στον Κήπο -όπως έγινε γνωστή η κοινότητα του Επίκουρου- η διαδικασία της σκέψης ενθαρρυνόταν ιδιαίτερα. Πολλοί από αυτούς τους φίλους ήταν συγγραφείς. Στα κοινά δωμάτια του σπιτιού στη Μελίτη και στον κήπο με τα λαχανικά, πρέπει να υπάρχουν συνεχείς ευκαιρίες για την εξέταση προβλημάτων με ανθρώπους ευφυείς που συμμεριζόταν τα ίδια ιδανικά. 

Ο Επίκουρος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα ώστε εκείνος και οι φίλοι του να μάθουν να αναλύουν τις αγωνίες τους με το χρήμα, την αρρώστια, τον θάνατο και το υπερφυσικό. Αν κάποιος σκεφτόταν λογικά το θέμα της θνησιμότητας, θα μπορούσε, όπως υποστήριζε ο Επίκουρος, να συνειδητοποιήσει ότι μετά το θάνατο δεν υπήρχε τίποτα πέρα από τη λήθη, και πως «αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το’χουμε δίπλα μας δεν μας ενοχλεί». 

Είναι άσκοπο να θορυβείται κανείς προκαταβολικά για μια κατάσταση που δεν θα βιώσει ποτέ: «Γιατί τίποτα μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ’ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς.» 

Η νηφάλια ανάλυση ηρεμούσε το μυαλό. Απέτρεπε τους φίλους τους Επίκουρους από το να ρίχνουν κλεφτές ματιές στις δυσκολίες που θα τους στοίχειωναν στο αστόχαστο περιβάλλον πέραν του Κήπου. 

Φυσικά ο πλούτος είναι απίθανο να κάνει κάποιον δυστυχή. Όμως ο πυρήνας του επιχειρήματος του Επίκουρου είναι πως αν διαθέτουμε χρήματα δίχως φίλους, ελευθερία και μια μοναδική ανάλυση της ζωής μας, δεν θα είμαστε ποτέ αληθινά ευτυχισμένοι. Και αν τα διαθέτουμε αλλά στερούμαστε πλούτου, δεν θα είμαστε ποτέ δυστυχισμένοι.

Για να τονίσει τι είναι απαραίτητο για την ευτυχία και τι θα μπορούσε να αποποιηθεί δίχως ιδιαίτερη στεναχώρια κάποιος που στερείται την ευμάρεια λόγω κοινωνικής αδικίας ή οικονομικών δυσκολιών, ο Επίκουρος διαίρεσε τις ανάγκες μας σε τρεις κατηγορίες : Από τις επιθυμίες, ορισμένες είναι φυσικές και αναγκαίες, ορισμένες είναι φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, και, τέλος, ορισμένες άλλες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες.

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ 

Φυσικά και αναγκαία 
Φίλοι / Ελευθερία / Σκέψη 

Φυσικά και όχι αναγκαία 
Μεγάλο σπίτι / Ιδιωτικά λουτρά / Συμπόσια / Υπηρέτες / Ψάρι, κρέας 

Ούτε φυσικά, ούτε αναγκαία 
Φήμη / Εξουσία

Ο τριμερής διαχωρισμός του Επίκουρου υπονοούσε – καίρια για όσους δεν μπορούν να βγάλουν χρήματα ή φοβούνται μην τα χάσουν – ότι η ευτυχία βασιζόταν σε ορισμένα περίπλοκα ψυχολογικά αγαθά αλλά ήταν σχετικά ανεξάρτητη από τα υλικά, πέρα από τα μέσα για την αγορά μερικών ζεστών ενδυμάτων, μιας κατοικίας και τροφής – μια ομάδα προτεραιοτήτων σχεδιασμένη να προκαλέσει σκέψεις σε όσους είχαν εξισώσει την ευτυχία με την πραγμάτωση μεγάλων οικονομικών σχεδίων, και τη δυστυχία με το φτωχικό εισόδημα.

"Μια σκέτη σούπα σου δίνει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη." 

"Τίποτα δεν ικανοποιεί τον άνθρωπο που δεν ικανοποιείται με τα λίγα." 

"Δεν ελευθερώνουν τη ψυχή από την ταραχή και δεν φέρνουν την αληθινή χαρά τα αμέτρητα πλούτη." 

Δίνοντας έμφαση στις πολυτέλειες και στα πλούτη, και σπάνια στη φιλία, στην ελευθερία και στη σκέψη. Η κυριαρχία της κενοδοξίας δεν είναι συμπτωματική. Οι εμπορικές επιχειρήσεις έχουν συμφέρον να αλλοιώσουν την ιεράρχηση των αναγκών μας, να προωθήσουν ένα υλικό όραμα του καλού και να υποβαθμίσουν κάποιο δυσπώλητο. 

Και ο τρόπος να μας δελεάσουν είναι μέσα από την ύπουλη διασύνδεση των περιττών αντικειμένων με όσες άλλες μας ανάγκες έχουμε ξεχάσει. 

  Η παρηγορία της φιλοσοφίας, Αλαίν ντε Μποττόν, Εκδόσεις Πατάκης
 


Πηγή: http://roadartist.blogspot.com/2012/05/blog-post_15.html

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ:«Αρχαιοκαπηλίες των Γερμανών στην Ελλάδα επί Κατοχής»

Οι σημαντικότερες συλλογές αρχαιοτήτων σήμερα στον πλανήτη θεωρούνται κατά σειράν της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας (και 4η της Ελλάδος), παρά το γεγονός ότι καμμιά από τις τρεις πρώτες χώρες δεν διαθέτει… αρχαία ιστορία!..

Το 360 σελίδων μεγάλου σχήματος βιβλίο του Γιώργου Λεκάκη (www.lekakis.com) ,

«Αρχαιοκαπηλίες των Γερμανών στην Ελλάδα επί Κατοχής», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κάδμος», στην βάση του είναι ένας κατάλογος κλοπών, λεηλασιών, καταστροφών και αυθαιρεσιών των ναζί κατακτητών, αποδελτιωμένος από την επίσημη έκθεση του υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της Ελλάδος, του 1946. 

Ο συγγραφέας άφησε έξω τις ανθρώπινες απώλειες, τις εκτελέσεις αμάχων, παιδιών, γυναικών και γερόντων, που δεν αποτιμώνται… Άλλωστε η «Μαύρη Βίβλος της Κατοχής» τα έχει πει (σχεδόν) όλα… Και συμπεριέλαβε μόνον τις υλικές ζημίες, αυτές που μπορούν να αποτιμηθούν…

Οι Γερμανοί κατακτητές υποσχέθηκαν την τήρηση των ελληνικών νόμων περί αρχαιοτήτων. Αλλά η Ιστορία έχει αποδείξει πως οι εξουσιαστές και οι κατακτητές είναι αναιδείς και αλαζόνες. Απ’ τον κανόνα δεν εξαιρέθηκαν οι Γερμανοί – και πώς να το πράξει ένας λαός που πιστεύει πως είναι ανώτερος όλων των άλλων;.. Υποσχέθηκαν πως μετά τον πόλεμο, θα παραδώσουν τα προϊόντα ανασκαφών δια του γερμανικού Ινστιτούτου. Το ελληνικό υπουργείο έκαμε έκκληση (αρ. 36260/1198/13.7.1942) προς την ειδική γερμανική στρατιωτική υπηρεσία προστασίας μνημείων, περί τηρήσεως των αρχαιολογικών νόμων, αλλά οι Γερμανοί την επέστρεψαν πίσω αναιδέστατα ως απαράδεκτη.
Αξίζει να σημειωθεί, πως οι ναζί είχαν συγκροτήσει από την αρχή του Πολέμου έναν κατάλογο, με έργα διαφόρων δημόσιων συλλογών, που εξέφραζαν κατ’ αυτούς την… «γερμανικότητα». Και άρα, κατά την λογική τους, έπρεπε για τον λόγο αυτό να έρθουν στην Γερμανία…

Όταν οι Έλληνες αρχαιοφύλακες στην Κατοχή έκαμαν παρατηρήσεις στους κλέπτες Γερμανούς, η συνήθης απάντηση ήταν «μην ενδιαφέρεσθε, γιατί αυτά δεν είναι δικά σας…».
Ο κατάλογος αυτός δεν είναι ελλιπής. Είναι ελλιπέστατος. Είναι όμως μια πρώτη καταγραφή, ένα πρώτο σκαλοπάτι, ένα πρώτο βήμα. Ας ακολουθήσουν κι άλλα. Και το κυριώτερο είναι επίσημη καταγραφή, από το τότε ελληνικό κράτος…
Έστω και με μερικές δεκαετίες καθυστέρηση, ας διεκδικήσουμε ένα μεγάλο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ένα μεγάλο κομμάτι της ταυτότητάς μας και της προσωπικότητάς μας. Αυτές οι κλοπές δεν παραγράφονται, ούτε απ’ την συνείδηση, αλλά ούτε απ’ το Διεθνές Δίκαιο. Ας μην πέσουμε αμαχητί…

Στο βιβλίο αναφέρονται κλοπές και λεηλασίες, φθορές και αυθαιρεσίες των Γερμανών στις περιοχές:

Της Στερεάς Ελλάδος (Αθήνα, Βούλα, Βάρη, Βραυρώνα, Κορωπί, Κερατέα, Λιόπεσι, Σούνιο, Καισαριανή, Μαραθώνας, Αίγινα, Ελευσίνα, Μέγαρα, Πειραιάς, Σκαραμαγκάς, Σαλαμίνα, Αγρίνιο, Αντίρριο,  Αλίαρτος, Ελικώνας, Δελφοί, Ερέτρια, Άγραφα, Ι.Μ. Προυσού, Ι.Μ. Καταφυγίου Κορυσχάδων, Μεγάλο Χωριό, Θέρμος, Λεύκα- Ι.Μ. Αγ. Μελετίου, Θήβα, Καδμείο, Άνω Αγόριανη, Λειβαδιά, Ευπάλιο, Γαλαξείδι, Άγ. Θεόδωροι, Κωπαΐδα, Θίσβη-Ι.Μ. Αγ. Σεραφείμ, Οινόφυτα, Ορχομενός, Στείρι-Ι.Μ. Οσίου Λουκά, Στράτος, Σχηματάρι, Τανάγρα, Τιθορέα, Χαιρώνεια, Άβες, Λυτόσελο, Υπάτη, Ρεκά, Άμφισσα, Βουνιχώρα, Σεγδίτσα, Αγ. Ευθυμία, Χαλκίδα)…
Της Πελοποννήσου (Άργος, Μαραθιά, Λεβίδι, Βλαχέρνα, Καμενίτσα, Παναγίτσα, Ασίνη, Καλάβρυτα, Πετσακοί, Πάος, Σκεπαστό, Ι.Μ. Αγ. Λαύρας, Ι.Μ. Μεγ. Σπηλαίου, Κερπινή, Ρωγοί. Αυλές, Αγ. Κυριακή, Σούβαρδο, Βραχνί, Αίγιο, Κλειτορία, Πτέρη, Παγκράτι, Δάρα, Καλέντζι, Λυκουρία, Άγ. Νικόλαος Μαζέικων, Στρέζοβα, Χόβολη, Κόρινθος, Ισθμός, Κλημέντι, Πύργος, Κουφόβουνο, Βρέσθενα, Πάρνωνας, Σπάρτη-Ι.Μ. Αγ. Τεσσαράκοντα, Κουλεντιανός Πύργος Νεαπόλεως, Λεοντάρι, Καλαμάτα-Ι.Μ. Βελανιδιάς, Κορώνη, Μεθώνη, Ιθώμη, Βασιλικό, Πεταλίδι, Ελαιοχώρι-Ι.Μ. Δίμιοβας, νησίδιο Πύλος - ή Φανάρι ή Τσιχλήμπαμπα - Κορυφάσιο, Αετός, Μυκήναι, Ολυμπία, Πάτρα, Ρίο, Τρεχλό, Λάπατα, Μάνεσι, Σέλλα, Τεγέα, Τίρυνθα)…


Της Θεσσαλίας (Ι.Μ. Κορώνης, Μορφοβούνι, οροπέδιο Νεβρόπολης, Ελασσόνα, Πύθιο, Λειβάδι, Τσαρίτσανη, Κρανέα, Σπαρμός Λάρισα, Τέμπη, Βόλος, Δημητριάδα, Νέα Αγχίαλος, Βελεστίνο, Πορταριά, Μηλιές, Σκιάθος, Μετέωρα, Καλαμπάκα, Ι.Μ. Δούσικου, Χασιά-Συκιά, Ι.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Γκούρας, Ι.Μ. Θεοτόκου Οιχαλίας Νεοχωρίου, Τρίκκαλα, Καστανιά, Χρυσομηλιά)…
Της Ηπείρου (Αμβρακία-Άρτα, Βουλγαρέλι, Ι.Μ. Παναγιάς Βελλάς, Νικόπολη, Ι.Μ. Μολυβδοσκέπαστου Πωγωνίου)
Της Μακεδονίας-Θράκης (Άγ. Όρος, Παλατίτσα-Βεργίνα, Βέρροια, Γρεβενά, Καστρί Αλατόπετρας, Περιβόλι, Έδεσσα, Θεσσαλονίκη, Νέο Κατιρλί, Καβάλα, Καστοριά, Μεγ. Λιβάδια Πάικου, Σκρα, Σέρβια, Καταφύγι, Πύργοι Εορδαίας, Πεντάλοφο, Βυθός, Αηδόνια Λούβρη, Αυγερινός, Δραγασιά, Επταχώρι, Κρεμίνι, Κυδωνιές, Μόρφη, Μποχωρίνι, Ομαλή, Ροδοχώρι, Δαμασκηνιά, Πλακίδα, Λιτόχωρο-Ι.Μ. Αγ. Διονυσίου, Ελατοχώρι, Άνω Μηλιά, Νάουσα, Παλαιά Κερδύλια, Δροσοπηγή, Ποτίδαια, Κίρκη, Σαμοθράκη, Κομοτηνή)…
Των νησιών του Αιγαίου-Κυκλάδων (Λέσβος, Δρακόπια Πολυχνίτου, Σάμο, Ηραίον, Βαθύ, Τηγάνι, Χώρα Άνδρου, Φυλακωπή Μήλου, Μύκονος, Κάστρο Νάξου)…
Των νησιών του Ιωνίου (Διαπόντια-Οθρωνοί, Ζάκυνθος, Κάλαμος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λευκάδα, Μεγανήσι)…
Και φυσικά της Κρήτης (Κνωσός, Φαιστός, Γόρτυνα, Πύθιο, Λεβήν, Αμνισός, Χάνι Νιρού, Καστέλλι, Αγ. Τριάς, Χανιά, Χαλέπα. Ι.Μ. Γουβερνέτου, Αμάρι, Σπάθα-αρχαίο Δικτύνναιον, Άπτερα, Αποδούλου, Τίτυρος, Απεσωκάρι, Κολόννα, Ηράκλειο, Μάλια, Σκλαβόκαμπος, Ελαφονήσι, Γαύδος, Ανώγεια, Μάλεμε, Παλαιόχωρα, χερσόνησος Ροδωπού, Άνω Μέρος, Αλικιανός, Βάθη, Γερακάρι, Λιβαδάς, Μονή, Σκινές, Φουρνές, Τεμένια, Αγ. Νικόλαος Ηρακλείου και Λασιθίου, Καστρί Λασιθίου, Ι.Μ. Γωνιάς, Κάντανος)…
Των Δωδεκανήσων (η έκθεση του 1946 δεν περιλαμβάνει τα Δωδεκάνησα, αλλά στο βιβλίο γίνονται αναφορές για τις καταστροφές στην Μεγίστη-Καστελλόριζο, τους Λειψούς, το Κάστρο Λέρου)…
Ενώ υπάρχουν ειδικές αναφορές για τις καταστροφές στον λόφο Ζάγανι, το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, τους Ρωγούς, την Γέφυρα της Παππαδιάς, την περίπτωση Ουρσίνι στην Τρίπολη, την σύγχρονη πέριπτωση τρομοκρατίας στο χωριό Πηγή από Γερμανό πρώην ναζί, την χαμερπή συμπεριφορά των καλόγερων του Αγ. Όρους, το οχυρό Ρούπελ, τα Άνω Πορόια, και τον λοχία Δημήτρη Ίτσιο, το Οχυρό της Νυμφαίας, την άγνωστη περίπτωση κοινής πλαστογραφίας χαρτονομισμάτων στην Λέσβο, την σύγχρονη περίπτωση της Σχοινούσας, την περίπτωστη της ιταλικής μεραρχίας Άκουι, την κλοπή σπόρων σπάνιων φυτών από την Γραμπούσα και την Γαύδο, την σύγχρονη περίπτωση της Κύπρου…
Το βιβλίο περιέχει και ειδικά ένθετα κεφάλαια, όπως «Κάιζερ και πάππες: Μια σχέση αγάπης και μίσους»… «Γερμανικό μουσείο θα επιστρέψει αρχαίους ελληνικούς θησαυρούς από παράνομη ανασκαφή νεολιθικού οικισμού στην Θεσσαλία, η οποία διεξήχθη επί γερμανικής Κατοχής και από Γερμανούς»… Τον λόγο του Κ. Λογοθετόπουλου «προς τον κρητικό λαό», που του ζητούσε να μείνει παθητικός!.. Την «Η πρώτη μαζική εκτέλεση αμάχων» στο Κοντομάρι Χανίων… Το άρθρο «Η Ελλάς παραμένει αδάμαστος εν τη συμφορά της-Οι Έλληνες περισσότερον ένδοξοι εις την ήτταν των παρά εις την νίκην των. Αναμένουν καρτερικώς την απολύτρωσιν», που δημοσιεύθηκε το 1941 στην «Chicago Daily News» , από τον G. Weller, κ.ά.
Το βιβλίο περιέχει επίσης και ειδικά παραρτήματα: 
  • «Οι διαχρονικές κλοπές και λεηλασίες της Ακροπόλεως Αθηνών»
  • «Ήπειρος και Γερμανοί…και μια άγνωστη πράξη ηρωισμού στα Γιάννενα, στην επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης, 21.2.1944». 
  • «Γερμανοί, ο μεγαλύτερος χρεωφειλέτης του 20ού αι.», «Άγαλμα του Ηρακλή ύψους 18 μ. στην Γερμανία»,
  •  «Γερμανοί, οι μπαταχτσήδες της Ευρώπης. Χρωστάνε και δεν πληρώνουν, ενώ θησαυρίζουν από τις ελληνικές αρχαιότητες που έχουν στα μουσεία τους», 
  • «Απαράδεκτος γερμανικός χάρτης», «Να μη ξεχνάμε την γερμανική θηριωδία στην Ελλάδα: 1.100.000 νεκροί βοούν γι’ αυτό…», «Θα πληρώσει η Γερμανία επί τέλους;», 
  • «Από της 1ης Ιουλίου η Γερμανία θα παύση οριστικώς να πληρώνη πολεμικάς επανορθώσεις» (από ανακοίνωση του… 1932), κ.ά.
 Και φυσικά στο βιβλίο περιέχεται η επίσημη έκθεση για τους Γερμανούς του υπ. Θρησκευμάτων και Εθν. Παιδείας με τίτλο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των στρατών Κατοχής», του 1946.

Το βιβλίο κλείνει με περισσότερες από 20 σελίδες βιβλιογραφία! 
Συνολικά αναφέρονται στο βιβλίο περίσσότερα από 800 βιβλία για την Κατοχή! Περιλαμβάνει και κάποια ΦΕΚ που εξέδωσαν οι διορισμένες κυβερνήσεις, που σε κάνουν έξω φρενών, και ένα νομικό παράρτημα (με τίτλο «Η έννομη προστασία των πολιτιστικών αγαθών - Διεθνείς συμβάσεις και Ελληνικό Δίκαιο»), που αποδεικνύει το απαράγραπτο της κλοπής των Γερμανών και την νόμιμη δυνατότητα διεκδικήσεως αποζημιώσεως από την Ελλάδα, μαζί με σχετική νομική βιβλιογραφία…
Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε στις εκδόσεις «Κάδμος»  kadmos@kadmos.org

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Ὅμηρος ἀντὶ "Χρυσῆς Αὐγῆς"


Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω μία ταπεινὴ συμβολὴ στὴν ἑρμηνεία τῆς Χ.Α. καὶ στὴν δημιουργικὴ ἀντιμετώπισή της*.

Ἡ Χρυσῆ Αὐγή
Κατ' ἀρχήν, ἐὰν ὁ κος Μιχαλολιάκος κρύψῃ τὸν ναζιστικὸ χαρακτήρα τῆς ΧΑ, περιοριζόμενος στὸν ἀντισημιτισμὸ καὶ τὴν ἀρία ἰδεοληψία, τότε ἡ ΧΑ ἦρθε γιὰ νὰ μείνῃ, δυστυχῶς, ἐὰν βεβαίως δὲν ὑπάρξῃ δημιουργικὴ ἀντίδραση.
 Τοῦτο, διότι :
{πλεονεκτήματα, "ὑπέρ" της}
1) Διαθέτει ὄμορφο ὄνομα, ποιητικό (θυμίζει τὴν "ροδοδάχτυλη αὐγοῦλα", ἦμος δ' ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς), καλύτερο ἴσως καὶ ἀπ' τὸ "δημιουργία, ξανά!", ἑνὸς ταλαντούχου ἀνθρώπου, τοῦ Θ.Τζήμερου.
2) Ἔχει ὄραμα, ρατσιστικὸ μέν, ἀλλὰ ὄραμα, καὶ δὴ μεγαλείου ("χρυσῆ" ἐποχή κ.λπ.).
3) Ἔχει προσκοπικὸ καὶ μιλιταριστικὸ ἦθος.
4) Ἔχει στοιχεῖα μυήσεως (cult).
5) Προσφέρει παραμυθία ἡρωϊκή (τίνος ἐπιπέδου, θὰ τὸ δοῦμε).
6) Ἔχει πρακτικὲς ἀλληλοστηρίξεως -δὲν θὰ ἤθελα νὰ τὸ πῶ ἀλληλεγγύης, ἀλλά-, κάτι σὰν ὀπαδικῆς βοήθειας πρὸς τὸν "δικό μας". Πρῷτοι διδάξαντες: σύλλογοι ὀπαδῶν, καθεστωτικὰ κόμματα, συνασπισμοὶ "ἀριστερῶν διανοούμενων", πολιτικάντηδων γιὰ κατάληψη ἐξουσίας, ἀκόμη καὶ κληρικῶν γιὰ κατάληψη (ἀρχι)ἐπισκοπικῶν θέσεων («χρυσοπηγή»).
Ἡ γοητεία τῶν παραπάνω εἶναι διαχρονικὴ καὶ δοκιμασμένη καὶ ἀντιστοιχοῦν περίπου καὶ στὰ ντοστογιεφσκικά**: ΘαῦμαΜυστήριο καὶ Κύρος ("Μέγας Ἱεροεξεταστής", Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ).
Ἑπομένως, ἡ ΧΑ καλύπτει κενά, ἰδεῶν-ὁράματος καὶ πραγματικῶν ἀναγκῶν.
Ἔτσι θὰ πρέπῃ νὰ ἀντιμετωπιστῇ, ἂν πρόκηται νὰ εἶναι δημιουργική (καὶ ἀποτελεσματική) ἡ ἀντίδρασή μας καὶ ὄχι ὑποκριτική.
Δημιουργικά, ὄχι ὑποκριτικά, νὰ δώσουμε στοὺς νέους καὶ ὄχι νὰ τοὺς καταχεριάζουμε ἀφ' ὑψηλοῦ.

Ὁ Ὅμηρος
Ἐδῶ προτείνω, μὲ τὴν ἀγάπη ἑνὸς πρωτάρη, τὸν Ὅμηρο πρὸς νέους και μεσήλικες κυρίως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅποιον ἔχει ἀναζητήσεις ὀμορφιᾶς καὶ νοήματος στὴν ζωή του.
Ἀπαριθμῶ κάποιες ἀρετές τοῦ Ὁμήρου, μὲ ἄτακτο τρόπο παραθέτοντας τὴν ἀνωτερότητά του στὰ ἀντίστοιχα "ὑπὲρ" τῆς ΧΑ, ὡς ἀφορμὴ γιὰ περαιτέρω ἀνάπτυξη ἀπὸ ἄλλους:

1) Ὁ Ὅμηρος εἶναι ὄντως στὴν βάση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους/λαοῦ/γένους μέσῳ τῆς γλώσσας. Δίνει ποιητικὴ διάσταση στὴν ἐτυμολογία, ἀπαραίτητη γιὰ τὴν γλωσσικὴ παιδεία. Εἰδικώτεροι ἀπὸ μένα, γνωρίζουν ὅτι χιλιάδες λέξεις ἐπιβιώνουν ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα στὴν γλώσσα μας.

2) Ὁ Ὅμηρος δὲν προσφέρει ὅραμα μεγαλείου μέσα ἀπὸ φαντασιώσεις, ἀλλὰ ἀναδεικνύει τὸ μεγαλεῖο τοῦ πραγματικοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπὸ τὴν τραγικότητα τοῦ πολέμου (στὴν Ἰλιάδα) καὶ τῆς ξενιτιᾶς (στὴν Ὀδύσσεια), τελικὰ τῆς Ζωῆς.

3) Ἔχει ρεαλιστικὸ ἦθος. Δὲν κρύβει τὴν ἀνθρώπινη μικρότητα (μῆνιν), τὸν ἀνθρώπινο ἀνταγωνισμό (διαστήτην ἐρίσαντε), ἀλλὰ τελικὰ τὰ ὑπερβαίνει. Οὐσιαστικὰ γίνεται πρόδρομος στὶς μετέπειτα μορφὲς τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους (τὸ ρωμαίϊκο).

4) Ἡ μύηση στὸν Ὅμηρο, στὸ πρωτότυπο, μὲ δεδομένη τὴν δυσκολία του γιὰ ἄλλους λαούς, γίνεται μέσα ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῶν παρομοιώσεών του καὶ τὴν μουσικότητα τῆς γλώσσας του. Ἐμεῖς ἔχουμε καὶ τὸ πλεονέκτημα ὅτι μποροῦμε νὰ τὸν προσεγγίσουμε μέσῳ τῆς καθομιλουμένης. Ὀμορφιὰ στὴν καθημερινότητα! Πόσο καλύτερα θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ;

5) Ὁ ἡρωϊσμὸς στὸν Ὅμηρο εἶναι ἀνώτερος τῆς ΧΑ, τῶν "300" (ταινίας) καὶ ἀκόμα καὶ τοῦ λογοτεχνικοῦ "Ἄρχοντα τῶν Δαχτυλιδιῶν" (ἐπειδὴ ὁ Ὅμηρος εἶναι πραγματικὰ λαϊκὴ ποίηση, ἀλλὰ ὑψίστου ἐπιπέδου, δηλαδὴ κοινωνικὰ καλλιεργημένη). Δὲν χρειάζεται νὰ τὸ προπαγανδίζουμε. Ἂν δώσουμε τὴν εὐκαιρία στὰ παιδιά μας, θὰ τὸ καταλάβουν μόνα τους.
Ὁ Ὅμηρος ἔχει κοινωνικὸ ἡρωϊκὸ ἦθος.
Δέχεται τὴν ἀνωτερότητα τοῦ ἀντιπάλου (Ἕκτορα) καὶ τὸν σέβεται "ᾗ ῥ' ὅ γ' ὁ λυσσώδης φλογὶ εἴκελος ἡγεμονεύει
Ἕκτωρ, ὃς Διὸς εὔχετ' ἐρισθενέος πάϊς εἶναι".
Στὴν δύσκολη στιγμὴ προτάσσει τὴν ἑνότητα τῶν ἀρίστων (ποὺ κι αὐτὸ προϋποθέτει κάποιαν ὡριμότητα γιὰ νὰ συμβῇ, ἐν ὄψει καὶ τοῦ ἄμεσου κοινοῦ κινδύνου):

........................οἳ γὰρ ἄριστοι
κρινθέντες Τρῶάς τε καὶ Ἕκτορα δῖον ἔμιμνον,
φράξαντες δόρυ δουρί, σάκος σάκεϊ προθελύμνῳ·
ἀσπὶς ἄρ' ἀσπίδ' ἔρειδε, κόρυς κόρυν, ἀνέρα δ' ἀνήρ·
ψαῦον δ' ἱππόκομοι κόρυθες λαμπροῖσι φάλοισι
νευόντων, ὡς πυκνοὶ ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν·
ἔγχεα δ' ἐπτύσσοντο θρασειάων ἀπὸ χειρῶν
σειόμεν'· οἳ δ' ἰθὺς φρόνεον, μέμασαν δὲ μάχεσθαι.
Ἐκπληκτικὴ εἰκόνα, ἀντιγραμμένη σὲ πολλὲς ταινίες ("300", "LOTR" κ.ἄ.), ἀλλὰ χωρὶς τὴν δύναμη τῆς γλώσσας καὶ τοῦ ρεαλισμοῦ τοῦ Ὁμήρου.

6) Ἡ ἀξία τοῦ Ὁμήρου ἔγκειται στὴν ὀμορφιά του καὶ ὄχι σὲ κάποια (ὠφελιμιστική) χρησιμότητα. Παρ' ὅλα αὐτά, ἡ παιδαγωγική του ἀξία μέσῳ τῆς ὀμορφιᾶς του, θὰ εἶχε καὶ πολὺ θετικὲς πρακτικὲς συνέπειες. Γι' αὐτὸ καὶ ἦταν τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ ἀρχαίου ὅσο καὶ τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἕλληνα (βλ. τὰ παραθέματα τῆς Ἄννας Κομνηνῆς στὴν Ἀλεξιάδα τῆς).
Ὁ Ὅμηρος κάνει ἐκτενέστατη χρήση παρομοιώσεων ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ τὸν φυσικὸ κόσμο.

Ἐκεῖ ἐντοπίζεται ἴσως ἡ γοητεία του, στὴν σύνδεση ἡρωϊκοῦ καὶ καθημερινοῦ. Παραθέτω ἀπὸ τὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο, μὲ τὴν ὑπέροχη γλώσσα, "ΣΤΟΥ ΤΙΜΟΝΙΟΥ ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ":

Γυρίζοντας ἀπὸ τὸν Ἅι-Γιώργη ἀπόγεμα, στὸ μπουγάζι ἀνάμεσα Ἡρακλειὰ καὶ Νάξο, γέμισε τὸ πέλαγο δελφίνια -δεξιά, ζερβά, κοντά, μακριά, στὴν πλώρη μας, πίσω, ἀνοιχτά μας- καὶ ὕστερα ἀλάργεψαν χοροπηδώντας κατὰ τὴ Νιό, μέσα στὰ βραδινὰ μαλάματα, ποὺ δὲν ξεχώριζες ἂν ἦταν τοῦ ἥλιου ἢ τῆς θάλασσας, τῆς γῆς ἢ τοῦ οὐρανοῦ[...] μιὰ τέτοια μέρα φωτοπερίχυτη θὰ πρέπει νὰ κατάλαβε ὁ Ὅμηρος τὸ πέρασμα τοῦ θεοῦ, στὸ Ν τῆς Ἰλιάδας, καὶ ὁραματίστηκε τὴν ἁρματοδρομία τοῦ Ποσειδώνα ἀπάνω στὰ αἰγαιοπελαγίτικα νερά. Γιατὶ τοὺς θεοὺς εὔκολα τοὺς ξεχωρίζεις: Ἀρίγνωτοι δὲ θεοί περ. Τὸν βάζει νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Φεγγάρι τῆς Σαμοθράκης (ἀκροτάτης κορυφῆς) καὶ ἀφοῦ κάνει πρῶτα τρεῖς δρασκελιές, μὲ τὴν τέταρτη φτάνει στὸν προορισμό του, στὰ παντοτινὰ ἀκατάλυτα παλάτια του (ἄφθιτα αἰεί) στὰ βάθη τῆς θάλασσας (βένθεσι λίμνης), στὶς Αἰγές -ποὺ γιὰ τὸν Ὅμηρο δὲν εἶναι μήτε πολιτεία στὴν Ἀχαγιὰ ἢ στὴν Εὔβοια (Κάρυστο) μήτε νησί, ἀλλὰ κάτι σὰν τὸν Ὄλυμπο γιὰ τὸ Δία καί, καθὼς τὸ δηλώνει καὶ ἡ λέξη Αἰγαί, μυθικὴ πρωτεύουσα ἢ μυστικὴ καρδιὰ τοῦ Αἰγαίου πελάγου καὶ κατοικία τοῦ θεοῦ τῆς θάλασσας[...] 

Ἐκεῖ ἑτοιμάζει τὸ ἁμάξι του, τὰ ἀλόγατα μὲ τὴ μαλαματένια χήτη, τὸ μαλαματένιο καμουτσί, ντυμένος ὁ ἴδιος στὸ μάλαμα, γιὰ νὰ ἀρχίσει τὸ τρέξιμο ἀπάνω στὰ κύματα. Καὶ ἀπὸ παντοῦ βγαλμένα ἀπὸ τὶς μονιές τους τὰ δελφίνια χοροπηδοῦσαν -λέει- παίζοντας (ἄταλλε). Πῶς νὰ μὴ νιώσουν τὸν ἀφέντη τους (οὐδ' ἠγνοίησεν ἄνακτα)! Καὶ τὸ νερὸ χαρούμενο τοῦ ἄνοιγε δρόμο (γηθοσύνη δὲ θάλασσα διίστατο) καὶ τὰ ἀλόγατα πετοῦσαν[...]

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ τόπου συνδέεται μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν γλώσσα καὶ τὸν λαό, Ὀδ. Ἑλύτης:
Τὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική.
τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Ἐκεῖ σπάροι καὶ πέρκες
ἀνεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μὲς στὰ γαλάζια
ὅσα εἶδα στὰ σπλάχνα μου ν' ἀνάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
μὲ τὰ πρῶτα λόγια τῶν Σειρήνων
ὄστρακα ρόδινα μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Ἐκεῖ ρόδια, κυδώνια
θεοὶ μελαχροινοί, θεῖοι κ' ἐξάδελφοι
τὸ λάδι ἀδειάζοντας μὲς στὰ πελώρια κιούπια.)
Προσέξτε καὶ τοῦτο: ὑπάρχει μία ἄποψη στὴν ἐπιστημολογία (τῶν μαθηματικῶν) καὶ στὴν γλωσσολογία, ὅτι ὁ ἄνθρωπος προχωράει στὴν ἀφηρημένη σκέψη μέσῳ μεταφορῶν ἀπὸ τὴν ἁπτὴ συγκεκριμένη -μὲ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια κ.λπ.- πραγματικότητα & δράση του, ἤδη ἀπὸ τὴν νηπιακή του ἡλικία. Βλ. WHERE MATHEMATICS COMES FROM. How the embodied mind brings mathematics into being, τῶν George Lakoff & Rafael Nunez.

Δηλαδή:
Ὁ Ὅμηρος εἶναι τὸ ἀντίδοτο στὴν ἀφ-υλοποίηση τοῦ σύγχρονου "κυβερνοκόσμου", ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ συνεχίσουμε νὰ παράγουμε ...μαθηματικὰ μυαλά ("ἀφηρημένη" σκέψη)!

Συμπέρασμα:
Ἴσως, τελικά, τὸ ταρακούνημα τῆς ΧΑ νὰ μᾶς κάνῃ καλό.

_____________________________________
*βλ. καὶ Βασίλης Ξυδιᾶς, Ἐπιτέλους, ἐγέρθητε

<<Φοβάμαι πως είναι πολύ μεγάλο λάθος να προσπαθεί κανείς να χτυπήσει τους ναζιστές δίνοντας έμφαση στο αποτρόπαιο της κτηνώδους τους δύναμης. Στην πραγματικότητα αυτό τούς ενισχύει. Όπως τους ενισχύει η "αντιεθνικιστική" και "αντιρατσιστική" κριτική γενικώς. Τους προσφέρει στόχο. Επιβεβαιώνει ότι ο "εχθρός", εναντίον του οποίου καλούν το υγιές τμήμα του έθνους να πολεμήσει, υπάρχει πράγματι.
Ένας τρόπος για να χτυπηθούν οι χρυσαυγίτες είναι να αναδειχθεί η πραγματική σχέση που έχουν μ' αυτό που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν και προστατεύουν. Πρέπει να δειχθεί ότι στην πραγματικότητα, με την ύπαρξή τους και μόνο, γελοιοποιούν το έθνος· τη γλώσσα του, τη θρησκεία του, το ήθος του κλπ.(**)
Από την άποψη αυτή η αμορφωσιά των χρυσαυγιτών είναι η αχίλλειος πτέρνα τους. Κι όσο κι αν θα φαίνεται ίσως αντιφατικό, το χτύπημα σ’ αυτό το πεδίο, αν γίνει σωστά, θα τους στοιχίσει ιδιαίτερα στη σχέση τους με τα λιγότερο μορφωμένα στρώματα του πληθυσμού στα οποία κατ' εξοχήν απευθύνονται. Στο βαθμό που η μόρφωση παραμένει λαϊκή αξία, τα λαϊκά στρώματα μπορούν να αισθανθούν ότι η συνάφειά τους με τους χρυσαυγίτες τα ντροπιάζει.>>

**βλ. καὶ Χρ.Γιανναρᾶς, Ἐνάντια στὴν Θρησκεία

 Ἀπόλλων Κωστόπουλος Μπαζάντε

ΠΗΓΗ: Αντίφωνο, Αντιφωνικά

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Η συμβολή του Ρήγα στην αναζήτηση νεοελληνικής ταυτότητας


Ο βυζαντινός ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (1423-1490) αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης έγραψε: «Και όταν έρθει καιρός .... τα τέκνα των Ελλήνων θα συγκεντρωθούν και θα συστήσουν κράτος δικό τους και θα ζουν τη ζωή τους με τρόπο που θα αρέσει στους ίδιους και θα θαυμάζουν οι ξένοι»1. Το πρώτο σκέλος της πρόβλεψης του βυζαντινού ιστορικού έχει εκπληρωθεί στο μέτρο που το νεοελληνικό κράτος είναι μια πραγματικότητα. Το δεύτερο σκέλος της – αν δηλαδή μας αρέσει ο τρόπος που ζούμε και αν είναι στους ξένους θαυμαστός – προβάλλει σαφώς πολυτρόπως αμφιλεγόμενο. Και τούτο, διότι ο νέος ελληνισμός δεν κατάφερε στη νεωτερική εποχή που έχει ήδη εκπνεύσει να διαμορφώσει μια συλλογική εθνική ταυτότητα, η οποία να είναι μεν συνέχεια του ιστορικού παρελθόντος αλλά πρωτίστως να του δίδει τη δυνατότητα να συμμετέχει στο σύγχρονο κόσμο κομίζοντας πολιτισμό και νοηματοδότηση του βίου που ενδιαφέρουν πανανθρώπινα.

Είναι αλήθεια ότι έχουν διατυπωθεί πολλές εκδοχές για το ποια είναι ή έπρεπε να είναι η ταυτότητα του νέου ελληνισμού. Οι εκδοχές αυτές είναι μεταξύ τους συγκρουσι- ακές και κυρίως προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα που πρέπει να «ανήκομεν» ώστε να μην είμαστε έθνος «ανάδελφον». Η παρούσα θέση δεν είναι η καταλληλότερη για μια εξαντλητική παρουσίαση όλων των εκδοχών. 

Είναι, όμως, αναγκαία η συνοπτική αναφορά των δύο πιο χαρακτηριστικών, οι οποίες προϋπήρξαν της ελληνικής επανάστασης και επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας 2.

Η πρώτη εκδοχή είναι η κλασσικιστική-δυτική. Ξεκινά από τους ενωτικούς του Βυζαντίου και φτάνει στους σημερινούς «ευρωπαϊστές». Σύμφωνα με την πιο ακραία της ίσως θέση οι Βυζαντινοί δεν ήταν έλληνες. Τα αρχαιοελληνικά φώτα είχαν σβήσει στο Βυζάντιο. Σώθηκαν όμως στη Δύση απ’ όπου τα παίρνουμε εμείς οι νεώτεροι και γινόμαστε έτσι «συνέχεια των αρχαίων». Δόγμα της εκδοχής αυτής είναι το «ανήκο- μεν εις τη Δύση» και πνευματικός πατέρας της ο Αδαμάντιος Κοραής με τη θεωρία της λεγόμενης «μετακένωσης», η οποία λειτουργεί ως «αερογέφυρα» προκειμένου να ξανασυνδεθούμε με την αρχαία Ελλάδα.

Η δεύτερη εκδοχή είναι η βασιζόμενη στη Ρωμανική παράδοση, στην παράδοση της ρωμιοσύνης, δηλαδή στην κεντρική παράδοση του Βυζαντίου. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η εκδοχή αυτή εκπροσωπείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στη νεότερη εποχή εκφράζεται από μορφές όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Μακρυγιάννης και ο Παπαδιαμάντης. Κατά την εκδοχή αυτή η ευρύτερη ταυτότητα στην οποία ανήκουμε είναι η Ρωμιοσύνη – Ρωμανία. Μέσα στην παράδοση της ρωμιοσύνης ξεπεράστηκαν οι εθνικές ταυτότητες του αρχαίου έλληνα και του αρχαίου ρωμαίου και δημιουργήθηκε μια καινούρια ταυτότητα με πυρήνα την ορθόδοξη εκκλησία.

Υπάρχουν βέβαια και άλλες εκδοχές (σθεναρά υποστηριζόμενες), όπως ότι το ελληνικό έθνος είναι κατά βάση καινούριο, γέννημα των εθνικισμών του 18ου αιώνα, χωρίς συνέχεια με το βυζαντινό και τον αρχαίο ελληνισμό ή ακόμη η άποψη ότι η αναζήτηση εθνικής ταυτότητας στο σύγχρονο περιβάλλον του μεταμοντέρνου κοσμο- πολιτισμού είναι χωρίς νόημα. Οι δύο, όμως, ανωτέρω κύριες εκδοχές συνεχίζουν να συνυπάρχουν στο σώμα του νέου ελληνισμού και τούτο είναι εμφανές σε πολλά πεδία της πολιτικής, του πολιτισμού και της παιδείας που γίνονται πεδίο αντιπαράθεσης3.
Ευθύς εξ αρχής θα διατυπώσουμε την άποψη ότι η αντιπαράθεση αυτή υπήρξε από τη γένεσή της σχηματική και μανιχαϊστική. Οδήγησε σε πνευματική φτώχεια ενώ συχνά προκάλεσε τραγικό διχασμό του ελληνικού σώματος4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήδη πριν τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους: Η μία πλευρά μεταφέρει άκριτα στον ελληνικό χώρο την αντιεκκλησιαστική ανάγνωση της γαλλικής επανάστασης του 1789 και σε αντίδραση πολλοί ιεράρχες δεν διστάζουν να γίνουν απολογητές της τουρκοκρατίας5. Το ότι η αντιπαράθεση αυτή οδήγησε σε πνευματική φτώχεια φαίνεται και από το πώς οι δύο απόψεις εξηγούν τη «νεοελληνική αποτυχία» για την οποία πάντως συμφωνούν. 

Οι οπαδοί της μίας άποψης κατανοούν την αποτυχία σαν «απόκλιση» από αυτό που νομίζουν ότι είναι η Ευρώπη και οι οπαδοί της άλλης άποψης σαν απόκλιση από αυτό που νομίζουν ότι ήταν το Βυζάντιο. Ξεχνούν, όμως, ότι πέραν των δυτικών και βυζαντινών προτύπων και μέτρων, υπάρχουν ή τουλάχιστον οφείλουν να υπάρξουν και τα δικά μας, τα νεοελληνικά. Λέγοντας «δικά μας» δεν εννοούμε «μέτρα και πρότυπα» μιας επαρχιώτικης αυταρέσκειας ούτε καν εκείνα μιας βαλκανικής εμβέλειας. Εννοούμε «μέτρα» οικουμενικής αξίας που προϋποθέτουν ασφαλώς έναν αντίστοιχο πνευματικό ορίζοντα, που τον είχαμε άλλοτε αλλά θα έπρεπε να τον αποκτήσουμε (ή τουλάχιστον αναζητήσουμε) και πάλι, καθώς βγαίναμε από τη μακριά νύχτα της εθνικής δουλείας. Το ελληνικό, επομένως, έθνος με την έξοδό του από την τουρκοκρατία και την αναγέννησή του δεν όφειλε υποχρεωτικά να αναπαράγει το «Βυζάντιο» ή την «Ευρώπη». Και δεν θα κριθεί και απορριφθεί επειδή δεν το κατάφερε. Θα κριθεί επειδή δεν διαμόρφωσε αρκούντως νεοελληνικά πρότυπα που αντιστοιχούν στις δικές του δυνατότητες, επειδή δεν άρθρωσε αρκούντως τη δική του παρουσία και δημιουργική συμβολή στον σύγχρονο κόσμο. Αντί το νεοελληνικό έθνος να διαμορφώσει σιγά σιγά μόνο του τα πρότυπά του, τον «παραδειγματικό του εαυτό», αποδόθηκε σε μια απόδραση από την πραγματικότητα, σε μια «φυγή προς τα έξω» (Ευρώπη) ή σε μια «φυγή προς τα πίσω» (Βυζάντιο)6.
Το παράδειγμα του Ρήγα δείχνει, όμως, ότι υπήρχε και η δυνατότητα της υπέρβασης, της «φυγής» όχι «προς τα πίσω» ή «προς έξω» αλλά προς τα εμπρός, προς το μέλλον μέσω πραγματικών συνθέσεων και όχι κατασκευασμένων αντιπαλοτήτων. 

Ολόκληρο το έργο και η ζωή του Ρήγα είναι μια υπέρβαση της διαμάχης, «δυτικιστών» - «ανατολιστών», «φωταδιστών» και «σκοταδιστών», όπως κατά καιρούς αλληλοαποκαλούνται δηκτικά οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Στο πνεύμα του ξαναζεί η ηρωϊκή πάλη του Κων/νου Παλαιολόγου κατά των δύο άκρων7. Αυτό που ξαφνιάζει στην περίπτωση του Ρήγα είναι ότι η σκέψη και η δράση του απαγκιστρώνεται από καλούπια που και για τους συγχρόνους του αλλά και για τους μεταγενέστερους λειτούργησαν ως προκρούστειες κλίνες. Εντυπωσιάζει η δύναμη του Ρήγα να αρθρώσει ένα επαρκώς αυτοτελές κοσμοείδωλο, να αναπτύξει σκέψη, αν όχι εντελώς πρωτότυπη, τουλάχιστον αυτόνομη, γνήσια και λυσιτελή για το κοινό συμφέρον, για το κοινό καλό και μάλιστα όλων των εθνοτήτων που κατοικούν στην «οικουμένη» που αποτυπώνει στη Χάρτα του. Δεν διστάζει να υιοθετήσει οτιδήποτε πιστεύει ότι θα προάγει το υπόδουλο γένος και ιδίως τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό αλλά έχει ταυτόχρονα συνείδηση ότι προέρχεται από ένα λαό, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ, ακόμη και στα χρόνια της δουλείας, να παράγει πολιτισμό. Ο Ρήγας δεν έχει καμία αμφιβολία ότι οι νεοέλληνες (εν γένει οι υπόδουλοι) πρέπει γρήγορα να γίνουν κοινωνοί των επαναστατικών αλλαγών που έλαβαν χώρα από την αναγέννηση και μετά στη δυτική Ευρώπη, ιδίως στις επιστήμες και στην καθιέρωση του κράτους δικαίου.

Το έργο του «Φυσικής απάνθισμα» αλλά και η σύνταξη νεοελληνικού συντάγματος κατά τα πρότυπα των γαλλικών καταδεικνύει ότι για το Ρήγα η αφομοίωση από τους νεοέλληνες του ευρωπαϊκού αυτού κεκτημένου είναι προτεραιότητα. Όμως ο Ρήγας δεν αισθάνεται ότι η αποστολή του νέου ελληνισμού μπορεί να εκπληρωθεί αν δημιουργηθεί κράτος που θα μοιάζει με μια μακρινή επαρχία της Γαλλίας και αν ο νεοέλληνας μετατραπεί σε «Γραικογάλλο». Με βάση τις γνώσεις και τα βιώματά του συναισθάνεται (πιστοποιεί εμπειρικά αλλά συνάμα προφητικά) ότι για να γίνει η Ελλάδα αληθινά (και όχι μιμητικά) νεωτερική θα πρέπει να υπάρξει ένα κίνημα προερχόμενο από τη δική της ουσία8, διότι δεν θα ήταν δυνατόν να ζήσει αποκλει- στικά και μόνο από τα σωματίδια του φωτός, που της έρχονται από τις χώρες του δύοντος ήλιου9. Ο Ρήγας γνωρίζει ότι ο ελληνισμός δεν περιορίζεται μόνο στα όρια του αρχαίου κόσμου10 αλλά παρήγαγε πολιτισμό διαχρονικά σ’ ολόκληρο το χώρο που περιγράφει στη χάρτα του μπολιάζοντας με τις παραδόσεις του όλους τους λαούς που εγκαταστάθηκαν εδώ κατά καιρούς με τους οποίους απέκτησε και κοινές παραδόσεις συναποτελώντας μαζί τους μια «οικουμένη»11.

Η Αθήνα και η Κωνσταντινούπολη συνυπάρχουν εμφατικά τόσο στη Χάρτα του όσο και στην ψυχή του, η οποία φρίττει βαρυστενάχουσα για τη σκλαβιά της βασι- λεύουσας πόλης, όπως ο ίδιος αναφέρει στο επίγραμμα της Επιπεδογραφίας της. Για αυτό δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον διακεκριμένο άγγλο ιστορικό Arnold Toynbee, ο οποίος στο γνωστό έργο του «Οι Έλληνες και οι Κληρονομιές τους»12 θεωρεί ακατανόητο το γεγονός ότι ο Ρήγας στη νέα πολιτική διοίκηση χαρακτηρίζει το λαό που κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας Μεσογείους νήσους και την Βλαχομπογδανίαν «απόγονο των ελλήνων». Και το θεωρεί αυτό εκπληκτικό ο άγγλος ιστορικός γιατί ο Ρήγας «είχε πρακτική εμπειρία και μάλιστα από υπεύθυνες θέσεις τις πολιτικής πραγματικότητας». Πιστεύουμε ότι αυτό που βίωνε ο Ρήγας και υποβαθμίζει ο Toynbee είναι ότι στην περιοχή της άλλοτε βυζαντινής αυτοκρατορίας υπήρξε πάντοτε μια συνέχεια κοινωνικών θεσμών, πολιτικών συστημάτων αυτοδιοίκησης, θρησκευτικής παράδοσης, συνέχεια δηλαδή ενιαίου πολιτισμού που τον συγκροτούσε η αρχαιοελληνική κληρονομιά, το ρωμαϊκό δίκαιο, η εκκλησιαστική ορθοδοξία, όπως και τα δημιουργήματα αυτού του πολιτισμού σε κάθε τομέα της τέχνης13. 

Υπήρξε στην περιοχή αυτή ακόμη και στα χρόνια της δουλείας η συνέχιση της «Βυζαντινής Κοινοπολιτείας»14 αυτό που προσφυώς ονομάστηκε από τον Ρουμάνο ιστορικό Ν. Iorga «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»15. Αυτή η πολιτισμική συνέχεια (κουλτούρα, γνώση, μνήμη) και ο πνευματικός πολιτισμός, ο οποίος διασώθηκε μέσα στο σκλαβωμένο γένος αλλά στο νέο ελληνικό κράτος απωθήθηκε όχι μόνο ως τα χρόνια του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου και του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου αλλά και μετέπειτα, είναι για τον Ρήγα βίωμα και απτή πραγματικότητα.

Επιπλέον ο Ρήγας γνώριζε ότι παρά την ύπαρξη περισσότερων βαλκανικών λαών (με εθνική συνείδηση που διαμορφωνόταν έστω σταδιακά από τους τελευταίους ακόμη αιώνες του Βυζαντίου) υπήρχε ένα κοινός βαλκανικός πολιτισμός16 και η υπεράσπιση κοινών συμφερόντων και κοινών διεκδικήσεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρα- τορίας17. Περαιτέρω, όμως, το ελληνικό στοιχείο – είτε από ηγεμονική θέση είτε και ως πολιτικά υποταγμένο- αποτελούσε διαχρονικά (από τον ελληνιστικό κόσμο έως την Οθωμανική κατάκτηση) το πρωταρχικό οικονομικό και πολιτιστικό στοιχείο μέσα στα γεωγραφικά όρια των διαδοχικών υπερεθνικών συγκροτημάτων, σκορπισμένο σε ενότητες, λιγότερο ή περισσότερο συμπαγείς, ώστε να είναι δύσκολο να καθορίσει τα γεωγραφικά όρια της εθνικής του βάσης18. Κατά τον 18ο αιώνα ο ελληνικός πληθυσμός εξαπλωμένος μέσα σ’ όλη τη χερσόνησο και ανάμεσα και στους άλλους λαούς αποτελεί ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης, που παρασύρει σε οικονομική άνοδο όλους τους βαλκανικούς λαούς και συμβάλει στο σχηματισμό μιας ντόπιας εμπορικής τάξης. 

Οι μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολής, οποιαδήποτε και αν ήταν η εθνική καταγωγή τους, είχαν εξελληνιστεί19. Στον εξελληνισμό συνετέλεσε σημαντικά και το οθωμανικό διοικητικό σύστημα των millet (το οποίο δημιουργήθηκε σταδιακά και αποκρυσταλλώθηκε τον 18ο αιώνα) και η ηγετική θέση που είχε το ελληνικό στοιχείο στα πλαίσια του Rum Millet, της «Χριστιανικής Κοινοπολιτείας» υπό την ηγεσία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ιδίως μετά την κατάργηση του σερβικού πατριαρχείου (1766) και της βουλγαρικής αρχιεπισκοπής (1767)20. Έτσι και στο 18ο αιώνα οι έλληνες στα Βαλκάνια δεν αντιπροσωπεύουν μόνο μια ακόμα εθνότητα, αλλά μια πολιτιστική παράδοση (παιδεία – γλώσσα) που αφομοίωνε τους άλλους21. Έτσι αναπτύσσεται, παράλληλα με την εθνική ιδέα, μια διαβαλκανική συνείδηση χωρίς να προσκρούει σοβαρά στον εκκολαπτόμενο εθνικισμό του καθενός από τους βαλκανικούς λαούς22.

Το αίσθημα αδελφοσύνης που διαπίστωνε ο Ρήγας μεταξύ των βαλκανικών λαών23 σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι οι διαπλεκόμενοι σχηματισμοί παραδόσεων, τα «έθνη»24 της περιοχής, μπορούν να συνυπάρξουν σε μια νέα μορφή οικουμένης οδήγησε το Ρήγα να υποστηρίξει όχι έναν μονιστικό, φυλετικό εθνικισμό με στόχο ένα εθνικό κράτος (και μάλιστα στα αρχαιοελλαδικά όρια) κατ’ απομίμηση «των πολιτισμένων εθνών της Εσπερίας» αλλά έναν πλουραλιστικό εθνικισμό με βάση τον πολιτισμό και τις κοινές παραδόσεις των λαών της περιοχής ώστε να ιδρυθεί μια νέα κοινοπολιτεία- οικουμένη, η οποία θα βασίζεται στις κοινές αυτές παραδόσεις και ταυτόχρονα θα αφομοιώνει δημιουργικά τα επιτεύγματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού25. Μια κοινοπολιτεία, όμως, δημοκρατική, με συνταγματική κατοχύρωση ατομικών αλλά και ομάδικων δικαιωμάτων ανεξάρτητα από εθνικές, φυλετικές, θρησκευτικές και κοινωνικές διακρίσεις26, μια κοινοπολιτεία που από τη θέσμισή της αποστρέφεται τον δεσποτισμό (ακόμη και τον ελληνικό), διότι ο τελευταίος εκ των πραγμάτων δυναμιτίζει εκ των έσω τη συνύπαρξη27. 

Τελικά, όμως, επικράτησε στα Βαλκάνια ο δυτικόπνευστος εθνικισμός που εισήγαγε τις επόμενες δεκαετίες την ξενοφοβία, κατέστρεψε την ελληνική πνευματική ηγεμονία και υπονόμευσε τη δυνατότητα αληθινής χειραφέτησης της ανατολής. Της Ανατολής που είχε πάντα ενωτικό δεσμό τον πολιτισμό, την παιδεία και την πίστη και όχι την καταγωγή28. Της Ανατολής όπου κυριαρχεί η ελληνική μορφή οικουμένης που ενώνει τα έθνη πνευματικά και ενδιαφέρεται για τη διατήρηση της ετερότητάς τους29. Ο εθνικισμός αυτός είχε το παράδοξο αποτέλεσμα σε διάστημα ενός περίπου αιώνα να περιορίσει τελεσίδικα τον Ελληνισμό σε τμήμα του βυζαντινού διοικητικού θέματος της Ελλάδος και κυρίως να δημιουργήσει ή να εντείνει τον λανθάνοντα εθνικισμό των άλλων βαλκανικών λαών 30. Η εγκατάλειψη του υπερεθνικού οράματος του Ρήγα και η στόχευση στη δημιουργία ελληνικού κρατιδίου (με ατελές μάλιστα πολιτικό και πνευματικό υπόβαθρο)31 αποτέλεσε την απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέλιξη του εθνικισμού των άλλων βαλκανικών λαών32.

Ως προς την απόδραση των συνοίκων λαών από την Ορθόδοξη Οικουμένη, την οποία τόσο πολύ επέκρινε η Ελλάς του 19ου αιώνα, πρέπει, συνεπώς, πάντοτε να υπομιμνήσκεται ότι πρώτοι απέδρασαν οι Ελληνες. Prior tempore, fortior iuris, είχαν κηρύξει εξαρχής οι Έλληνες. Τους Έλληνες μιμήθηκαν οι υπόλοιποι λαοί της Νοτιο- ανατολικής Ευρώπης, ακόμη και οι Τούρκοι, φυσικά με μεγάλη καθυστέρηση (1908). Η δυσανάλογη στροφή των Ελλήνων προς την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, έστρεψε και τους άλλους συνοίκους λαούς στην προσπάθεια να βρουν και αυτοί τους αρχαίους τους προγόνους και υπονόμευσε κάθε επιθυμία για συνεργασία των λαών της περι- οχής εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Ο αντίκτυπος της ελληνικής γλώσσας και της παιδείας, με την κοσμοπολίτική τους ιδιότητα (ως αγαθών που συνέβαλαν στην τελείωση του ανθρώπου), ο οποίος είχε προαχθεί από το ελληνικό εκκλησιαστικό και κοινοτικό σχολείο και συγκινήσει τους Έλληνες, τους Δυτικοευρωπαίους αλλά και τους συνοίκους αλλοφώνους λαούς της Ορθόδοξης Οικουμένης (Βουλγάρους, Νοτιο- σλάβους, Σέρβους, Αλβανούς και Ρουμάνους), χάθηκε ανεπιστρεπτί όταν οι Έλληνες εγκατέλειψαν την κοσμοπολίτικη υπόσταση της γλώσσας και τη χρησιμοποίησαν με τη χερντεριανή της υπόσταση ως όργανο στην υπηρεσία του έθνους. Έτσι λοιπόν εξηγείται και η απομάκρυνση των συνοίκων λαών από την Ορθόδοξη Οικουμένη, έτσι δε εξηγείται και η μείωση της απήχησης που είχε το ελληνικό σχολείο, όταν προσέλαβε η ελληνική γλώσσα την ιδιότητα μιας σύγχρονης εθνικής γλώσσας33.

Συμπερασματικά, λοιπόν, με την αντίστροφη (προς τη θεώρηση του Ρήγα) κίνηση εξάφθηκε ο εθνικισμός των μερικότερων εθνικών συνόλων και προωθήθηκε η σύσταση μικρών εθνικών κρατών, με βάση τη διάλεκτο – γλώσσα, με παράλληλη κατάλυση της μακραίωνης συνειδησιακής τους ενότητας. Έτσι κατέστη δυσχερής η επάνοδός των λαών αυτών στο ιστορικό προσκήνιο και στη νεωτερικότητα με δικές τους κατακτήσεις και όχι ως φτωχών συγγενών, παρόλο που το βάθος και η ποιότητα των παραδόσεών τους αποτελούσαν ασφαλές θεμέλιο ώστε να τοποθετηθεί, στον ελεύθερο πλέον τόπο τους, μια νέα οικουμενικότητα 34. Οι διαβαλκανικές συγκρούσεις του 19ου και 20ου αιώνα είναι το κορύφωμα αυτής της πολιτικής 35, στις δε συγκρούσεις αυτές κεντρικό ρόλο θα διαδραματίσει ακόμη και η ορθοδοξία, η οποία (παρά την καταδίκη του φυλετισμού από πανορθόδοξη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1872) από ενωτική δύναμη και «δεσμός», θα καταστεί βαθμιαία εθνική «θρησκεία» και όπλο του εθνικισμού36 .

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα το όραμα του Ρήγα ήταν μάλλον ρεαλιστικότερο εάν βέβαια ο σκοπός ήταν η συνέχεια του ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή που ο Ρήγας αποτυπώνει στη Χάρτα του και όπου είχε πρωταρχική παρουσία και συνεισφορά για χιλιετίες37. Αλλά και για το σύνολο βαλκανικό χώρο, ακόμη και μετά την έναρξη της διαδικασίας χειραφέτησης από την αυθεντία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το πολυεθνικό κράτος του γένους που αυτό προωθούσε38, η ιδέα του «υπερεθνικού» κράτους του Ρήγα ήταν προσφορότερο μέσο αντιμετώπισης των πολύπλοκων προ- βλημάτων και ομαλότερης εισόδου στη νέα μεταοθωμανική εποχή39. Η επαναστατική διαδοχή στην οθωμανική αυτοκρατορία (και όχι η απορρόφησή της, όπως προέκρινε η τάξη των Φαναριωτών και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας), στην οποία στόχευε ο Ρήγας, διαφέρει ουσιωδώς από την Μεγάλη Ιδέα, που εκκολάφθηκε στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους40. Η Μεγάλη Ιδέα προτείνει την εθνική ολοκλήρωση με όρους εθνικής καθαρότητας και κυριάρχου κράτους (-έθνους), κινείται δηλαδή στο περιβάλλον του ευρωπαϊκού εθνοκρατικού κεκτημένου και όχι της ελληνικής οικουμενικής κοσμόπολης (οικουμένης)41. Το νεωτερικό, όμως, πρότυπο της εθνικής ολοκλήρωσης, ως λύσης του Ανατολικού Ζητήματος, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς εθνοκαθάρσεις, χωρίς γενοκτονίες και ανταλλαγές πληθυσμών 42.

Το πρόταγμα, επομένως, του Ρήγα δεν ήταν ουτοπικό αλλά, ίσως, η πιο ριζοσπα- στική λύση ενός εκρηκτικού προβλήματος, μια λύση που είχε προταθεί προτού ακόμη το ίδιο το πρόβλημα γίνει εντελώς προφανές σε όλη την πολυπλοκότητά του43. Ακόμη, όμως, και σήμερα που η εποχή των εθνικών επαναστάσεων έχει παρέλθει το έργο του Ρήγα παραμένει επίκαιρο και γόνιμο44 ίσως γιατί πράγματι η εθνική επιβίωση εξαρτάται λιγότερο από τη βιαιότητα και το διεκδικητικό σοβινισμό και περισσότερο από τη συμβιωτική σχέση με άλλες παραδόσεις, μέσα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής (κοινο)πολιτείας45. Στο επίπεδο της αναζήτησης νεοελληνικής ταυτότητας το έργο του Ρήγα αποτέλεσε μια προσπάθεια για «γόνιμη πρόσληψη και οργανική αφομοίωση του ευρωνεωτερικού πολιτιστικού προτύπου», μπορούσε στην εποχή του και μπορεί και σήμερα να αποτελέσει μια βάση για την υπέρβαση του διλήμματος μεταξύ «βυζαντινορθόδοξου οικουμενισμού» και «δυτικόπνευστου εθνικισμού» και τη δημιουργία μιας σύγχρονης νεοελληνικής ταυτότητας με οικουμενική ιδιαιτερότητα που θα επιτρέψει στον σύγχρονο ελληνισμό να διαδραματίσει ουσιαστικότερο ρόλο στο σύγχρονο κόσμο και ιδίως στην Ευρώπη46. 

Το ζητούμενο στη σημερινή εποχή δεν είναι μόνο τι είδους πολιτειακό μόρφωμα επιθυμούμε, αν και οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (με την ένταξη μάλιστα σ’ αυτή σημαντικού τμήματος του μεταβυζαντινού και μεταοθωμανικού κόσμου) έχουν ήδη θέσει και αυτό το ζήτημα επί τάπητος. Μέγα ζητούμενο αποτελεί η «πραγματική σύνθεση», η εύρεση θεμελίου (πέτρας) ώστε να μπορεί να υπάρξει Ελλάδα ικανή να εγερθεί ως το οικουμενικό επίπεδο αντιμετωπίζοντας την πολιτική ως μοίρα της47 και συμβάλλοντας στην υπέρβαση των αδιεξόδων του σύγχρονου πολιτιστικού παραδείγματος, το οποίο τόσες σημαντικές επιτυχίες κατέγραψε ιδίως στο χώρο της επιστήμης αλλά και τόσες τραγικές αποτυχίες με αποκορύφωμα τα ναζιστικά - ολοκληρωτικά καθεστώτα και τους παγκοσμίους πολέμους.

Η βιβλιογραφία που περιγράφει τα προβλήματα της σύγχρονης «μαζικής δημοκρα- τίας» και της κοινωνίας του διαλυμένου ατόμου είναι πλέον εκτενής48. Ο ελληνισμός, όπως και οι υπόλοιποι βαλκανικοί λαοί, κι αν ακόμη βρίσκονται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας49, μπορούν όμως να αξιοποιήσουν δημιουργικά τις ανεξάντλητες κοινές παραδόσεις τους και να αρθρώσουν λόγο με πανανθρώπινη εμβέλεια που θα προσπαθεί να δώσει μια άλλη απάντηση στα όχι και λίγα αδιέξοδα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού50. Η θεώρηση του ανθρώπου ως προσώπου και όχι ως ατόμου και η προτεραιότητα στις αδιαμεσολάβητες σχέσεις των προσώπων, η ευχαριστιακή πρόσληψη και χρήση του κόσμου και της ύλης, η αναζήτηση της ψυχικής ισορροπίας στη χαρμολύπη, η νοσταλγία του προσωποκεντρικού κοινοτισμού είναι ενδεικτικά και μόνο πρότυπα και μέτρα που άνθισαν στον τόπο αυτό και παρήγαγαν πολιτισμό δυσθεώρητο51. 

Μπορούν και σήμερα να εμπνεύσουν και να μας βοηθήσουν να πιάσουμε το χαμένο νήμα μιας πραγματικής δημιουργίας που θα αποτελεί προσφορά στον σύγχρονο άνθρωπο. Είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενός νέου πολιτιστικού παραδείγματος, που θα συνενώνει την ανατολική και τη δυτική οικουμένη και θα αποτρέπει τη μεταξύ τους σύγκρουση που πολλοί προβλέπουν52. Το έργο και κυρίως το παράδειγμα του Ρήγα μπορούν πολλά να προσφέρουν προς αυτή την κατεύθυνση και για το λόγο αυτό ο Ρήγας αξίζει να μελετάται ως μορφή με οικουμενική εμβέλεια. 

Η πολιτική και πολιτειακή σκέψη του Ρήγα είναι πάντα επίκαιρη, διότι υπηρετεί την οικουμενική ελληνικότητα, η οποία αποτελεί ζητούμενο και όρο επιβίωσης και για το σύγχρονο «εθνικό» κράτος.

Εν τέλει η αξία της πρότασης του Ρήγα είναι ανέκπτωτη, διότι πηγάζει από μια άλλη εμπειρία (ανθρωπολογικής βαθμίδας), η οποία παραμένει (στην ουσία της) ακόμη εκτός της σύγχρονης αναζήτησης, παρόλο που στην εμπειρία αυτή μπορεί, ίσως, να αναζητηθεί διέξοδος στη συντελούμενη κατολίσθηση του νεωτερικού πολιτισμού στον σύγχρονο μηδενισμό, τον χαρακτηριζόμενο πρωτίστως από την αποσύνθεση του νεωτερικού υποκειμένου (ατομικού/συλλογικού : Ατόμου/Εθνοκράτους)53.
 Δημήτριος Τίτσιας

 πηγή Αντίφωνο, ΥΠΕΡΕΙΑ, ΤΟΜΟΣ 5, 2010

Σημειώσεις
1. Βλ. Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα,1999,σελ.21,22,του ίδιου, Το Ελληνικό Έθνος, Γέννηση και Διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού,εκδ.Πόλις,Αθήνα2004, σελ.85, Θεόδωρος Ζιάκας,«Αυτοείδωλονεγενόμην» -Το αίνιγμα της ελληνικής ταυτότητας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2005, σελ. 10.
2. Βλ. για αυτές Ζιάκα, ό.π., σελ. 19 κ.ε., του ίδιου, Έθνος και Παράδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2003, σελ. 11 επ.
3. Όπως σημειώνει ο Κάλλιστος Ware, Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση, εκδ. Ιδρύματος Ωνάση, Αθήνα 2004, σελ. 18, «δεν θα πρέπει να φανταστούμε το τέλος του 18ου αιώνα ως εποχή απλής μετάβασης από τη ρωμαίικη παράδοση (που ξαφνικά θα έφτανε στο τέλος της και θα παραχωρούσε τη θέση της) σε εκείνη του Νέου Ελληνισμού. Αντίθετα το ρωμαίικο στοιχείο συνέχισε να συνυπάρχει με το Νέο Ελληνισμό στην Ελλάδα τόσο του 19ου όσο και του 20ου αιώνα. Οι δύο προσεγγίσεις εφάπτονται σε πολλά σημεία, με συνέπεια τη δημιουργία μιας λεπτής και πολύπλοκης μίξης των δύο, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα».
4. Βλ. Κ. Χατζηαντωνίου, Εθνικισμός και Ελληνικότητα, εκδ. Πορθμός, Αθήνα, 2003, σελ. 265.
5. Ο Ρήγας, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν επιδεικνύει αντικληρικό πνεύμα ούτε ταξινομεί την εκκλησία στους αντιπάλους του προτάγματός του. Η διαφοροποίηση αυτή δεν έχει να κάμει με τις όποιες θρησκευτικές του πεποιθήσεις ούτε με την πρόθεσή του να μην έρθει σε ρήξη με την εκκλησία στο εγχείρημά του. Οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι διακρίνει σαφώς τη διαφορά φύσεως των δύο κόσμων και, κατ’ επέκταση, τους διαφορετικούς ρόλους, που ανέλαβαν η λατινική και η ελληνική εκκλησία. Βλ. Γιώργος Κοντογιώργης, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 2008 σελ. 149. Βέβαια μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού παύει εκ των πραγμάτων το «παράδοξο» ένας θρησκευτικός θεσμός να έχει αναλάβει πολιτικές λειτουργίες και να έχει μεταλλαχθεί στην ανώτατη μορφή του Γένους. Στο πολιτειακό σύστημα του Ρήγα, η θέση της Εκκλησίας οριζόταν από την αρχή των διακριτών ρόλων, την οποία ο Ρήγας θα τη συνοδεύσει με την αναγνώριση της θρησκευτικής πολυσημίας της κοινωνίας. Βλ. Κοντογιώργη, ό.π.
6. Βλ. Ζιάκας, Έθνος και Παράδοση, ό.π., σελ. 55.
7. Βλ. Χατζηαντωνίου, ό.π., σελ. 270.
8. Κατά τη διατύπωση του Κώστα Αξελού, Η Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, εκδ. Νεφέλη, 2010, σελ. 31.
9. Κώστας Αξελός, ό.π., σελ. 28.
10. Στον οποίο ο ίδιος αποδίδει μεγάλη σημασία, καθώς μάλιστα εξοικειώνεται μαζί του από νωρίςκαιεπηρεάζεταιβαθιάβλ.ιδίωςΛουκά Αξελού,ΡήγαςΒελεστινλής,εκδ.«Στοχαστής», Αθήνα 2003, σελ. 449 επ.
11. Το ότι ο Ρήγας ενέτασσε στο υπόβαθρο της ελληνικής παιδείας και της ελληνικότητας εξίσου το προχριστιανικό και το χριστιανικό κεκτημένο μας το μεταφέρει γλαφυρά ο Χριστόφορος Περραιβός, Σύντομος Βιογραφία του αοίδιμου Ρήγα Φεραίου-Θετταλού , Αθήνα 1860, σελ. 37, ο οποίος εμφανίζει το Ρήγα να λέει «Εκ μεν των προ Χριστού προπατόρων μας να δράξωμεν την σοφίαν, την ηθικήν, και την ανδρείαν, άπερ και εκείνους απηθανάτισαν, και εις ημάς τους απογόνους των ανεξάλειπτον μνήμην της ελευθερίας άφησαν. Εκ δε των μετά Χριστόν σοφών και αγίων Πατέρων μας να ενστερνισθώμεν τα θεοπνεύστους αυτών εντολάς, ζώντες δια του αγίου βαπτίσματος αδελφοί αχώριστοι. Οι προ Χριστού προπάτορές μας εμάχοντο υπέρ ελευθερίας της πατρίδος, οι δε μετά Χριστόν υπέρ πίστεως και πατρίδος». Βλ. και Κοντογιώργη, ό.π., σελ. 156.
12. Arnold Toynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, 1992, σελ. 296-297
13. Για το ότι στο έργο του Ρήγα σαρκώνεται η σύζευξη της κλασσικής δόξας, της βυζαντινής παράδοσης και των νεωτερικών ιδεών βλ. ιδίως Λέανδρο Βρανούση, Ρήγας, Βασική
14. D. Obolensky, The Byzantine Commonwealth: Eastern Europe 500-1500, London- New York 1971.
15. Βλ. το ομώνυμο έργο του σε μετάφραση του Γ. Καρά από τις εκδόσεις Gutenberg, 1985. Για το ότι οι κοινές πολιτισμικές, δικαιϊκές και πολιτικές αξίες προσφέρουν κατ’ αρχάς πραγματικό έδαφος στη θεώρηση του Ρήγα βλ. σε Α ξ ε λ ό , ό.π., σελ. 458.
16. Απόστολος Βακαλόπουλος, Νέα Ελληνική Ιστορία 1204-1985, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2005, σελ.126.
17. Σ β ο ρ ώ ν ο ς , Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, ό.π., σελ. 98.
18. Σβορώνος, ό.π., σελ. 11.
19.Βλ.και Γ. Κοντογιώργη,ό.π.,σελ.164:«ΕυρύταταστρώματατωνλαώντηςΒαλκανικής είχαν ήδη εξελληνιστεί, η ελληνική αστική τάξη, η ελληνική πνευματική παραγωγή, η ελληνική εκκλησία, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι ελληνικές οικουμενικές αξίες, το σύστημα των κοινών/πόλεων και οι προσήκουσες σ’ αυτό πολιτείες καθόριζαν δίκην μονοπωλίου τα πράγματα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτόν τον κόσμο εννοεί να συστεγάσει ο Ρήγας στην Ελληνική Δημοκρατία, που δεν είναι άλλη από την προσαρμοσμένη στη δυναμική της μεγάλης κοσμοσυστηματικής κλίμακας οικουμενική κοσμόπολη». Ενδεικτικά, επίσης,παρατηρείοΝ. Πανταζόπουλος,«Συνύπαρξηκαιαντιπαράθεσηστιςβαλκανικές κοινωνίες» (συμβολή στον προς τιμήν του τόμο, Δίκαιο, Ιστορία και Θεσμοί, έκδοση του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας Βόλου 2000, σελ. 82): «η μεταναστευτική κίνηση ελλήνων από τη Δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία προς τα σερβικά εμπορικά κέντρα κατά το 18ο αιώνα .... και ο συγχρωτισμός του ελληνικού με το αυτόχθονο στοιχείο, όχι μόνο δεν δημιούργησε προβλήματα αλλά συνέβαλε στην πολιτιστική ανάπτυξη των περιοχών στις οποίες είχαν εγκατασταθεί. Σέρβοι ιστορικοί παραδέχονται ότι το εμπόριο βρισκόταν την περίοδο αυτή στα χέρια των ελλήνων και ότι αυτοί χρησίμευαν ως πρότυπα (ο θεοσεβής έλληνας, ο αξιαγάπητος και λογικός έλληνας) γεγονός που συνέτεινε να εμφανίζονται και οι αυτόχθονες ως έλληνες».
20. Βλ. Dimitris Livanios, « The Quest for Hellenism : Religion, Nationalism and collective identities in Greece (1453 – 1913)», The Historical Review, 2006, σελ. 44-45. Όπως σημειώνει ο ανωτέρω συγγραφέας (σελ. 55-56) για το Ρήγα η ελληνική γλώσσα ήταν σημαντική για τον ορισμό του πολίτη και όποιος ομιλεί την ελληνική γλώσσα θεωρείται πολίτης ανεξάρτητα από το θρήσκευμά του. Αλλά τελικά ο σύνδεσμος της θρησκείας ήταν πολύ δυνατός για να παραμεριστεί γι’ αυτό ο Ρήγας στο άρθρο 4 της Νέας Πολιτικής Διοίκησης συμπεριλαμβάνει στην τάξη των πολιτών «εκείνον όπου είναι χριστιανός και δεν ομιλεί την απλήν ή την ελληνικήν, αλλά μόνο βοηθεί την Ελλάδα». Με το «χριστιανός» εννοούνται πρωτίστως οι ορθόδοξοι, καθώς, οι καθολικοί κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου, παρότι ελληνόφωνοι, δεν ήταν διατεθειμένοι να συμμετάσχουν (και ούτε συμμετείχαν) στην επανάσταση σε βάρος των Οθωμανών σε αντίθεση με τους αλβανόφωνους ορθόδοξους της Ύδρας και των Σπετσών και τους βαλκάνιους Σλαύους (βλ. την ενδιαφέρουσα αυτή επισήμανση σε L i v a n i o, ό.π., σελ. 43,54).
21. Πρβλ. Θ. Βερέμη, «Εμείς και οι άλλοι Βαλκάνιοι», εφημ. Καθημερινή 15 Μαρτίου 2009, επίσης Βερέμη/Κολιόπουλο, 1821 Η γέννηση ενός έθνους – κράτους (Η συγκρότηση της εξουσίας στην επαναστατημένη Ελλάδα), εκδ. Σκάϊ, Αθήνα, 2010, σελ. 86.
22. Σβορώνος, ό.π., σελ. 59, βλ. και Eric Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων, έκδ. ΜΙΕΤ, 2005, σελ. 204.
23. Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Ρήγας Βελεστινλής, Θεωρία και Πράξη, εκδ. Βουλής των Ελλήνων, 1998 σελ. 50, που αποδίδει την ενστάλαξη στην ψυχή του Ρήγα της αίσθησης της παμβαλκανικής αδελφοσύνης στο παράδειγμα του δασκάλου του Ιώσηπου Μοισιόδακα.
24. Όπως σημειώνει ο Κ. Σβολόπουλος, Επανεκτιμώντας την επαναστατική πρόταση του Ρήγα Βελεστινλή (στο Κατακτώντας την ανεξαρτησία εκδ. Πατάκη, 2010, σελ. 14) «Ο όρος του «έθνους» δεν είχε, ακόμη, αποκτήσει το νέο, υποστασιακό περιεχόμενο που έμελλε μεταγενέστερα να προσλάβει ως προέκταση του δόγματος της λαϊκής κυριαρχίας». Πάντως, κατά την επισήμανση του Α ξ ε λ ο ύ , ό.π., σελ. 422, και ο Ρήγας έχει ήδη επισημάνει τη δυναμική εισβολή στο προσκήνιο της ιστορίας των εθνοτήτων, όπως φαίνεται από τους στίχους του Πατριωτικού Ύμνου «Όλα τα έθνη πολεμούν και στους Τυράννους τους ορμούν, εκδίκησιν γυρεύουν και τους εξολοθρεύουν».
25. Πρβλ. Νικόλαος Πανταζόπουλος, Μελετήματα για τον Ρήγα Βελεστινλή, έκδ. Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, 1998, σελ. 55: «Ο Ρήγας προσέβλεψε θαρραλέως προς το μέλλον, αναζητήσας δια μέσου του κλασσικού πολιτισμού να ανασυνδέση τα επιβιούντα στοιχεία της ελληνικής και της βυζαντινής πολιτιστικής παραδόσεως προς τας νέας αντιλήψεις, αι οποίαι μεταλαμπαδευθείσαι εις τα κηρύγματα της Γαλλικής Επαναστάσεως προδιέγραφον το μέλλον της Ευρώπης και του Κόσμου». Βλ. επίσης Δ. Καραμπερόπουλος, «Η Δημοκρατική Ενοποίηση του Βαλκανικού Χώρου στο Επαναστατικό Σχέδιο του Ρήγα Βελεστινλή», Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 10, εκδόσεις Δομή, passim.
26. Πανταζόπουλος, ό.π., σελ. 53, 106.
27. Και στον ελληνικό ηγεμονισμό (ιδίως στις παραδουνάβιες ηγεμονίες) εντοπίζει την τραγικότητα του παραδείγματος του Ρήγα ο Ζιάκας Αυτοείδωλον εγενόμην, ό.π., σελ. 284, στην ίδια κατεύθυνση πιο αναλυτικά T o y n b e e, Oι Έλληνες και οι Κληρονομιές τους, ό.π., σελ. 292 επ., πρβλ. (για τη διοίκηση των Φαναριωτών στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες) και Ζοέλ Νταλέγκρ, Οι Έλληνες και οι Οθωμανοί, 1453-1923, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 2006, σελ. 154, Rene Ristelhueber, Ιστορία των βαλκανικών λαών, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2003, σελ. 213.
28. Χατζηαντωνίου, ό.π., σελ. 271.
29. Όπως σημειώνει η Μαρία Μαντουβάλου, Ο Ρήγας στα βήματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έκδ. Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, 1996, σελ. 81, «Ο Ρήγας με το έργο του έφερε στο προσκήνιο την παγκοσμιότητα του ελληνικού πολιτισμού, ως ενωτικού στοιχείου ετερόκλητων λαών».
30. Ο Νικόλαος Σαρίπολος (θεμελιωτής του δημοσίου δικαίου στην Ελλάδα) εντοπίζει γλαφυρά (αλλά από αμιγώς εθνοκεντρική σκοπιά) το «παράδοξο» γράφοντας στα 1865 : «Και όμως οικτρόν να το αναλογισθεί τις! Ενώ ότε το όλον Ελληνικόν Έθνος διετέλει δούλον, ηλλίνιζον αι παραδουνάβιοι επαρχίαι, αδελφοποιείτο η Σερβία, ουδόλως εδιχοστάτει η Βουλγαρία, η δε Θράκη και η Μακεδονία καθαρώς ελληνίδες επαρχίαι εσεμνύνοντο να λέγονται· μετά την της Ελλάδος όμως απελευθέρωσιν εν τω στενώ αυτής κύκλω περιορίσθη και κατεκλείσθη, εν στενώ πεδίω χαμαιζηλών παθών τον πύθον αυτής κυλίουσα, ενώ θρασείς κλώπες έναν προς έναν τους αδάμαντας του εθνικού αυτής διαδήματος κλέπτουσιν» (η παραπομπή από τον Αλέξη Πολίτη, Ρομαντικά Χρόνια-Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 1998, σελ. 69).
31. «Μικροκαρικατούρα του δυτικού φιλελεύθερου ιδεώδους» κατά τον Hobsbawm, ό.π., σελ. 206. Δεν είναι επίσης ασήμαντο ότι, όπως επισημαίνουν οι Βερέμης/Κολιόπουλος, 1821 Η γέννηση ενός έθνους – κράτους (ό.π. υποσ. 19), σελ. 91: «Το προϊόν της ελληνικής εθνικής κίνησης, το ελληνικό εθνικό κράτος, δεν ικανοποίησε εν τέλει ούτε τους ανακαινιστές του έθνους ούτε τους υποστηρικτές της ορθόδοξης οικουμένης».
32. Eric Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων, έκδοση ΜΙΕΤ, 2005, σελ. 206.
33.Βλ.Ι. Κολιόπουλο,«Η μεγάλη Ιδέα της Εθνικής Ολοκλήρωσης»,εφημ.Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2011.
34. Όπως σημειώνει ο Κώστας Άξελος, Η Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, ό.π., σελ. 34, «το τοπικό εξαντλείται γρήγορα, όταν δεν είναι ο – έστω και περιορισμένος τόπος- όπου τοποθετείται μια οικουμενικότητα».
35. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνό, Παράδοση και Αλλοτρίωση, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1986, σελ. 198.
36. Βλ. Γεώργιο Μεταλληνό, Ελληνισμός Μετέωρος, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1999, σελ. 23, 47
37. Βλ. ιδίως Γ. Κοντογιώργη, ό.π. σελ. 163-172, πρβλ. και τις αναπτύξεις του Χρήστου Γ ι α ν ν α ρ ά , Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σελ. 183 επ.
38. Βλ. γι’ αυτό Ν. Πανταζόπουλο, ό.π., σελ. 48.
39. Κατά τον Toynbee (The Western Question in Greece and Turkey, London 1922, σελ. 17-18) η υιοθέτηση της αρχής του εθνικισμού (principle of nationalism) στα Βαλκάνια υπήρξε μια μοιραία δυτική ιδέα (fatal Western idea) γιατί οδήγησε σε συνεχείς σφαγές (massacre). Για τη θέση αυτή του Toynbee και εν γένει τη βία στα Βαλκάνια βλ. Mark Mazower, The Balkans (From the end of Byzantium to the present day), εκδ. Phoenix 2000, σελ. 144. Στο έργο αυτό παρουσιάζεται ευσύνοπτα αλλά συνθετικά η γέννηση των βαλκανικών εθνικών κρατών. Για εκτενέστερη πραγμάτευση βλ. αντί άλλων L. S. Stavrianos, The Balkans since 1453 (πρώτη έκδοση 1958 και δεύτερη με πρόλογο Traian Stoianovich εκδ. Hurst 2000) αλλά και Rene Ristelhueber, Ιστορία των βαλκανικών λαών, εκδ. Παπαδήμα 2003. Για το πώς ο εθνικισμός διέρρηξε τη συνοχή των βαλκανίων και μετέβαλε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ο ελληνισμός αντιμετώπισε τα Βαλκάνια βλ. ιδίως Β. Γούναρη, Τα Βαλκάνια των Ελλήνων Από τον Διαφωτισμό έως τον Α ́ Παγκόσμιο Πόλεμο εκδ. Επίκεντρο 2007. Επίσης για το πώς η ιστοριογραφία των εθνικών πλέον κρατών διαχειρίστηκε τον βυζαντινό – οθωμανικό μεσαίωνα στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, βλ. Δ. Σταματόπουλο, Το Βυζάντιο μετά το έθνος (το πρόβλημα της συνέχειας στις βαλκανικές ιστοριογραφίες), εκδ. Αλεξάνδρεια, 2009.
40. Και αντίστοιχα και στα άλλα εθνικά κράτη, που διαδέχθηκαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και καλλιέργησαν τη δική τους «Μεγάλη Ιδέα».
41. Κατά την εύστοχη διάστιξη του Γ. Κοντογιώργη, ό.π., σελ. 162. Πρβλ. και Γεώργιο Μεταλληνό, Ελληνισμός Μετέωρος, ό.π., σελ. 22, «δεν πρόκειται πια για οικουμενικό μεγαλοϊδεατισμό αλλά για αλυτρωτικό μεγαλοϊδεατισμό».
42.Βλ.Θ. Ζιάκα,Το Παχύμας Δέρμα,(ανάτυπο 4 ομιλιών για το βιβλίοτου ΆντηΡοδίτη, «Δέκα χιλιάδες μέλλισσες, 2011, σελ. 25), ο οποίος σημειώνει (σελ. 29) «ότι η εθνοκάθαρση είναι σύμφυτη με τη νεωτερική νοηματοδότηση της εθνικής ιδέας και αναπόφευκτη στον δρόμο των απελεύθερων οθωμανικών εθνών προς την Εσπερία».
43. Βλ. Κιτρομιλίδη, ό.π., σελ. 95. Βλ. πάντως και την κριτική στην πολιτειακή πρόταση του Ρήγα, η οποία κατά το συγγραφέα «απέδιδε υπέρμετρη βαρύτητα σε δικές του εμπειρίες και βιώματα .. και δεν αντιμετώπισε ρεαλιστικά τις εντάσεις και τις αντιφάσεις του εθνικού προβλήματος, καθώς δεν κατόρθωσε να προβλέψει την ισχύ των νέων συλλογικών ταυτοτήτων, τις οποίες εξέθρεψε ο νεότερος εθνικισμός», (ό.π., σελ. 93).
44. Όπως σημειώνει ο Αξελός, ό.π., σελ. 424, η «νέου τύπου δημοκρατική συνεύρεση», αναδεικνύεται ως υπαρκτό προς επίλυση ζήτημα, δύο και πλέον αιώνες μετά τη δολοφονία του Ρήγα. Και είναι αυτό το στοιχείο, που εκτινάσσει στο διαρκές μέλλον μια πρόταση, που πνίγηκε στη γένεσή της, αποδεικνύοντας και στην περίπτωσή της την δύναμη και τον ρεαλισμό της ουτοπίας.
45. Πρβλ. Βερέμη στο (συλλογικό) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, έκδ. ΜΙΕΤ, 2003, σελ. 19.
46. Την πρόκληση αυτή εντοπίζει - έστω αμήχανα- και η μη ελληνική διανόηση- ιστοριογραφία, ειδικά όσο προσεγγίζει (με καθυστέρηση) τη μεσαιωνική ελληνική κληρονομιά. Ενδεικτικά η Averil Cameron, The Byzantines, εκδ. Blackwell, 2006, σελ. 178 : «As far as the question of Byzantium and Europe is concerned the role of Greece is therefore a paradox at several levels precisely because it is seen as the very birthplace of European culture, and thus the seat of the values held most dear, is also the place where the legacy of Byzantium is most contentious». Βλ. από την ελληνική ιστοριογραφία – διανόηση τις διατυπώσεις της Ελένης Γλύκατζη- Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2009, σελ. 254-255 «Μένει όμως το Βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως τα σήμερα, τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων... Είναι λοιπόν ευρωπαίος κατά τον Valery, αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης, που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαϊκοχριστιανική πραγματικότητα».
47. Κώστας Αξελός, ό.π., σελ. 50.
48. Αξίζει να μνημονευθεί η εργασία του Έλληνα Παναγιώτη Κονδύλη, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1995.
49. Κατά την έκφραση του Κονδύλη, ό.π., σελ. 47.
50. Κατά τον Χρήστο Γιανναρά, Η απανθρωπία του δικαιώματος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1998, σελ. 164 «οι αντιστάσεις προσαρμογής των ορθόδοξων κοινωνιών σε αυτό το υπόδειγμα είναι πολύ πιθανό να διασώζουν σπερματικές δυνατότητες ριζοσπαστικών αντιπροτάσεων στα καίρια αδιέξοδα της νεωτερικότητας».
51. Πρβλ. Ζ ι ά κ α «Αυτοείδωλον εγενόμην», ό.π., σελ. 386.
52. Βλ. ενδεικτικά τη θεώρηση του αμερικανού καθηγητή Samuel Huntigton, στο The Clash of Civilizations and Remaking of World Order (1996), η οποία (θεώρηση) έχει γίνει αντικείμενο εκτεταμένου σχολιασμού.
53. Βλ. ιδίως Θ . Ζ ι ά κ α , Ο σύγχρονος μηδενισμός, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2008.