Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Το πνεύμα του Προμηθέα

Το ορατόριο Προμηθέας και Αθηνά δεν είναι απλώς μια αναφορά στον Αισχύλο  ή ένας φόρος τιμής στον Ησίοδο, είναι η ανάδειξη του πνεύματος του Προμηθέα σε σχέση με την ανθρωπότητα. 
Το μοτίβο του φωτός, το οποίο διαχωρίζεται με τον κεραυνό του Δία και τη φωτιά του Ήφαιστου, αποτελεί μια πρόκληση για το Κράτος και τη Βία. Και γι’ αυτό το λόγο θα κατηγορηθεί ο Προμηθέας, διότι το έργο του είναι απαγορευμένο.
Δεν έπρεπε να δείξει στους ανθρώπους τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ φωτιάς και  φωτός. Κι όμως είναι το πρέπον. Με την ικανότητα του να βλέπει αυτό που όλοι κοιτάζουν, η κρίση του, η νοητική, προκαλεί μια θεϊκή κρίση.
Το σύστημα των θεών βασισμένο σε αρχές δεν μπορούσε να αποδεχθεί την αναρχική σκέψη του Προμηθέα βασισμένη αποκλειστικά σε αξίες. Αυτός είναι και ο προβληματισμός της Αθηνάς, η οποία γεννήθηκε χάρη στο χτύπημα της ουσίας πάνω στη εξουσία. 
Με συνέπεια το θεϊκό της στοιχείο να είναι διαφορετικό από τα άλλα. Αυτή η διαφορά έκανε τη διαφορά και της επέτρεψε να προσεγγίσει την σκέψη του Προμηθέα και να συμβάλλει και αυτή στην αλλαγή φάσης που προκάλεσε το έργο του πάνω στην ανθρωπότητα.  
Όσον αφορά στις επιπτώσεις πάνω στο θεϊκό στοιχείο, έχουμε την κατάρρευση του ονείρου, η οποία θα αποτελειώσει το λυκόφως των θεών, για να υλοποιηθεί το όραμα των ανθρώπων, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σκέψη της ανθρωπότητας. Αυτήν την αβάσταχτη μεταμόρφωση κανείς δεν θα μπορούσε να την αντέξει δίχως αγάπη. 
Και αυτή  δεν μπορεί να έχει μια συμβατική μορφή δίχως να εκφυλιστεί σ’ ένα νόμιμο ερωτικό στοιχείο. Και η Αθηνά που αδυνατεί ν’ αγγίξει την τελεολογία του Προμηθέα θα καρφωθεί πάνω στην οντολογία του. Με άλλα λόγια, ο Προμηθέας είναι και ο βράχος της Αθηνάς. 
Αυτή τη σχέση θα τη σφραγίσει το πέτρινο δαχτυλίδι, που θα επιτρέψει την απελευθέρωση του φωτοπλάστη, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι τα δεσμά μπορεί να γίνουν και δεσμοί. Έτσι δημιουργήθηκε και το κράμα του κειμένου και της μουσικής. 
Τα λόγια έγιναν μέτρα και τα μέτρα πήραν την απόφαση να παίξουν με τη νοημοσύνη μας και τα αισθήματά μας για να μην ξεχάσουν την αλήθεια.
Ν. Λυγερός

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Αριστοτέλης - ΔΥΣΗ


Ο Αριστοτέλης μεταφράζεται για πρώτη φορά στα λατινικά μόλις 
στα μέσα του 12ου αιώνα. 

Και μεταφράζεται όχι από το ελληνικό πρωτότυπο, αλλά από τα αραβικά, σε μία κατά λέξη μετάφραση πού, όπως σημειώνει ο Emile Brehier στην Ιστορία της Φιλοσοφίας, κάνει συχνά το κείμενο ακατανόητο. 

Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι στα μέσα του 12ου αιώνα μεταφράζονται μόνο τα βιβλία της αριστοτελλικής Λογικής (το λεγόμενο Όργανον), ενώ το υπόλοιπο αριστοτελικό έργο γίνεται γνωστό στα λατινικά περίπου έναν αιώνα αργότερα. 

Μέσα σ' αυτά τα εκατό χρόνια μοιάζει να κρίνεται αποφασιστικά ο τρόπος με τον οποίο οι Δυτικοί θα προσεγγίζουν στο εξής και θα κατανοούν τον Αριστοτέλη: 

Υποτάσσουν την αριστοτελική Λογική στη δυτική εκδοχή του λόγου ως ratio απολυτοποιώντας τον μεθοδολογικό χαρακτήρα της και διαστέλλοντας τη λογική από την εμπειρία. 

Οι αριστοτελικοί όροι του «ορθώς διανοείσθαι» χρησιμεύουν στη Δύση σαν κανόνας και κριτήριο για την επαλήθευση της γνώσης, αφού τη γνώση την εξασφαλίζει αποκλειστικά η ατομική facultas rationis και όχι η εμπειρία της σχέσης. 

Έτσι, η Δύση θα μείνει οριστικά ανυποψίαστη για την κοινωνική επαλήθευση της γνώσης (της ταύτιση του αληθεύειν με το κοινωνείν), που συνιστά τη δυναμική της αριστοτελικής (και γενικότερα της αρχαιοελληνικής) γνωσιοθεωρίας.. 
 
Χρήστος Γιανναράς
"Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα"

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Οι φοβίες του "Casus belli"

Όταν εξετάζουμε το "Casus belli" της Τουρκίας, αποκλειστικά σε ελληνικό χώρο και μάλιστα ελλαδικό, έχουμε την εντύπωση ότι είναι σημαντικό κι ότι ουσιαστικά καθορίζει τη σχέση μας στο Αιγαίο. 

Αυτή η εντύπωση δημιουργεί βέβαια και φοβίες, όσον αφορά στις κινήσεις μας, όχι μόνο σε στρατηγικό επίπεδο, αλλά και σε επιχειρησιακό. Υπάρχουν ακόμα επιπτώσεις και στην αντίληψή μας όσον αφορά στην ερμηνεία των αναχαιτίσεων. Από την μία πλευρά οι δικοί μας παράγουν το πρέπον έργο των πιλότων των μαχητικών αεροσκαφών, από την άλλη η αναχαίτιση μετατρέπεται σε ρουτίνα, η οποία δεν έχει νόημα στη γεωστρατηγική σκακιέρα. 

Ξεχνάμε βέβαια, συνειδητά ή όχι, ότι ο τουρκικός παίχτης δεν είναι νεόφερτος κι ότι παίζει διαχρονικά το ίδιο παίγνιο. Ξεχνάμε, επιπλέον, την συμβολή του Αρτσάχ όσον αφορά στη διαμάχη μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας. 

Για όσους πιστεύουν ότι αυτός ο πόλεμος δεν έχει καμία σχέση με την Τουρκία και με την υψηλή στρατηγική της, υπάρχει η απάντηση του ίδιου του Υπουργού Εξωτερικών της: 

«Ως αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων περίπου το ένα πέμπτο του Αζερμπαϊτζάν περιήλθε υπό αρμενική κατοχή (στην πραγματικότητα αυτή η νίκη ερμηνεύεται ως απελευθέρωση για όσους γνωρίζουν την ιστορία του Αρτσάχ, ας συνεχίσουμε όμως την ανάγνωσή μας), κάτι που θεωρείται ως η σοβαρότερη στρατηγική απώλεια της Τουρκίας κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο». 

Και για όσους δεν έχουν πεισθεί αρκεί να διαβάσουν την επόμενη σελίδα.

« Αν χρειαστεί να γίνει κάποια σύγκριση από την άποψη των περιφερειακών συνδέσμων, όσο δεν αποκτά μία σταθερή και ισχυρή περιφερειακή θέση το Αζερμπαϊτζάν στον Καύκασο κι η Αλβανία στα Βαλκάνια, δεν θα είναι εφικτό για την Τουρκία ούτε να αυξήσει τη βαρύτητά της και στις δύο περιοχές, αλλά ούτε να και αναπτύξει πολιτικές προς την Αδριατική και την Κασπία, που βρίσκονται στην εγγύτερή της θαλάσσια περιοχή κι εντός της σφαίρας επιρροής της».

Πολλά λόγια βέβαια και λίγες πράξεις. Μετά από την ήττα του Αζερμπαϊτζάν, η επιθετική στάση της Τουρκίας ήταν άκρως εντυπωσιακή: απλώς έκλεισε τα σύνορα με την Αρμενία. 150.000 Αρμένιοι νίκησαν 7 εκατομμύρια Αζέρους, τους οποίους ονομάζουν Τούρκους κι η Τουρκία παρέμεινε με την μυθική της επιθετικότητα. 

Το Casus belli είναι τόσο ισχυρό όσο είναι ισχυρές οι φοβίες, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Ν. Λυγερός

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ: Aυτοί που «ζούνε από τ’ απομεινάρια της ημέρας»


Μια από τις μείζονες προσωπικότητες των γραμμάτων μας κατά τον Μεσοπόλεμο ήταν ο φιλόλογος Γιάννης Αποστολάκης (1886-1947), ένας από τους αυστηρότερους κριτικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 

Ψάχνοντας σε παλιά, προπολεμικά βιβλία που παρά τη μεγάλη αξία τους δεν ξανατυπώθηκαν ποτέ, για να κοπεί έτσι απότομα κι άδικα ο βίος των ιδεών τους, έπεσα πάνω σε μια υποσημείωση του Γιάννη Αποστολάκη που αφορά τη δική μας συντεχνία, τη δημοσιογραφική.

Άτεγκτος έτσι κι αλλιώς στις αναγνώσεις και τις αποτιμήσεις του ο Γιάννης Αποστολάκης, που, με μέτρο τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι, δεν δίστασε να απορρίψει όχι μόνο τον Πορφύρα αλλά και τον Παλαμά και τον Κάλβο, συμπληρώνει σε υποσημείωσή του τις παρατηρήσεις του για τη δημοσιογραφία εν γένει:

«Στα τελευταία χρόνια όλη η πνευματική ζωή του τόπου κατάντησε να γίνη δημοσιογραφία κι ο δημοσιογράφος ο κυριώτερος τύπος της πνευματικής μας ζωής, που τον βρίσκεις μέσα σε κάθε μορφωμένο, από τον τελειόφοιτο του γυμνασίου ώς τον επιστήμονα μ’ ευρωπαϊκές σπουδές. 

Αλλού δεν ξέρω τι γίνεται και ούτε με νοιάζει να μάθω, στον τόπο μας όμως η αφθονία αυτή και η υπεροχή του δημοσιογράφου είναι για μένα αλάθευτο σημάδι πόσο έχουν λιγοστέψει οι άνθρωποι, που νοιάζουνται για το είναι, και η καλύτερη απόδειξη πόσο πολύ είναι προχωρημένη η αλλαγή του λαού σε μάζα. Καμμιά έγνοια δεν ταράζει το δημοσιογράφο, δηλαδή το μορφωμένο μας, για το είναι. 

Ο κόσμος του δεν έχει τίποτε στέρεο, όλα εκεί μέσα σαλεύουν, γλιστρούνε· δεν έχει τίποτε φωτεινό, παντού είναι καταχνιά και ομίχλη.  

Δοκιμάζει ο μορφωμένος μας να σκεφτή και η σκέψη του δεν πάει στο ένα, που είναι χρεία, παρά στα πολλά, δεν πάει στο πραγματικό, στο αληθινό παρά στις διάφορες δυνατότητες. 
Δοκιμάζει να θελήση και η θέλησή του σταματά σε σκιές, σε διάφορα δηλαδή σχέδια· δε φτάνει ποτέ στο ένα, που είναι χρεία, δεν φτάνει ποτέ στην πράξη, που είναι φως. [...]»

Από τότε πέρασαν πάνω από ογδόντα βαριά χρόνια, περίπου ένας αιώνας. Και στη δημοσιογραφία (όπου το ένστικτο της αυτοπροστασίας από τη μαζική χλεύη έχει οδηγήσει στη σπανιότατη πλέον χρήση της λέξης «λειτούργημα») άλλαξαν πολλά, σχεδόν όλα, αφού από τις εφημερίδες περάσαμε στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το Διαδίκτυο.

Άλλαξε πρώτα πρώτα το ίδιο το εργαλείο της δουλειάς των δημοσιογράφων, τόσο που να μη στέκει καν στην κυριολεξία του ο όρος αυτός αφού τουλάχιστον για τους μισούς, και σίγουρα για τους πιο ισχυρούς, η γραφή δεν είναι απαραίτητη· αρκεί η φωνή, η ομιλία, που αρκετές φορές μπορεί να εκφέρεται ακόμα και ασύντακτη, εφόσον το κρίσιμο είναι να διατηρεί την επιθετικότητά της, την απόλυτη παντογνωστική αυτοπεποίθησή της και τη δοκησισοφία της.

Άλλαξε έπειτα η σχέση των δημοσιογραφούντων με το χρόνο, ο οποίος, με την ακατάπαυστη ροή πληροφοριών, οικουμενικής πλέον προέλευσης και διασποράς, ταχύτατης μάλιστα, ακαριαίας, δεν κόβεται πια σε ημέρες, αλλά παίρνει τη μορφή ενός συνεχούς.

Πάει καιρός άλλωστε που η διάκριση πρωινών και απογευματινών εφημερίδων είναι ανυπόστατη, και επιπλέον, τα φύλλα του Σαββάτου και της Κυριακής, προτυπωμένα στο μεγαλύτερο μέρος τους, βλέπουν τον ενημερωτικό, καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα τους να αμβλύνεται, αφού μένουν πίσω από τα γεγονότα και την καταγραφή τους· δεν είναι πάντως αυτός ο κύριος λόγος που μειώθηκε η εφημεριδογραφική αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη του αναγνώστη (όταν παραμένει αναγνώστης και δεν εξωθείται να γίνει καταναλωτής «προσφορών») στο φύλλο της προτιμήσεώς του.

Κι ωστόσο, παρ’ όλες αυτές τις διαφοροποιήσεις και τις εξελίξεις, οι παρατηρήσεις Αποστολάκη, όσον αφορά «τ’ απομεινάρια της μέρας» που αποτελούν την ψυχοπνευματική δημοσιογραφική «δίαιτα», την «υπεροχή του δημοσιογράφου» και τη συμβολή της στην «αλλαγή του λαού σε μάζα» διατηρούν ακέραιη τη σημασία τους· άλλωστε με την επικράτηση του ηλεκτρονικού Τύπου, ό, τι νοσηρό υπήρχε ήδη, επιδεινώθηκε και επεκτάθηκε. 

Αντί να οδηγηθούμε στη μετριοφροσύνη συνειδητοποιώντας ότι τρεφόμαστε με «τ’ απομεινάρια της ημέρας» και όχι με το μεδούλι της, και ότι ο κόσμος κάθε άλλο παρά εξαντλείται στην αναπαράστασή του από τα μίντια (λίγες φέτες του χωρούν εκεί, όχι οπωσδήποτε οι σπουδαιότερες) να οδηγηθούμε στη μετριοφροσύνη, η προπολεμική «υπεροχή του δημοσιογράφου», διαπιστώνουμε ότι η προπολεμική «υπεροχή του δημοσιογράφου» κατέληξε στην τοποθέτηση της δημοσιογραφίας στο ύψος της «τέταρτης εξουσίας», απ’ όπου ελέγχει τα πάντα χωρίς η ίδια να ανέχεται έλεγχο και χωρίς να λογοδοτεί σε άλλον πλην του καθρέφτη της.

Αλλά βέβαια, αν υπάρχει «τέταρτη εξουσία», τη διαθέτουν και μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν αν και όποτε το επιθυμούν οι ιδιοκτήτες των μέσων, με την επικουρία των «αστέρων» και των προθύμων εκείνων που κινούνται επ’ ωφελεία τους στο όριο μεταξύ δημοσιογραφίας και εργοδοσίας.

Tου Παντελη Μπουκαλα

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Η δημιουργικότητα των Ελλήνων


Όλα τα μέσα έχουν κατατρομάξει το λαό μας με την καταστροφολογία τους λες και έγινε καινούρια μόδα. 

Έτσι οι περισσότεροι δικοί μας έχουν την εντύπωση πια ότι όχι μόνο τίποτα δεν μπορεί να μας σώσει, αλλά ότι οι ίδιοι δεν αξίζουμε τίποτα. Είναι πραγματικά γελοίο να πιστέψουμε τέτοια προπαγάνδα. 

Ο ελληνικός λαός υπάρχει εδώ και χιλιετίες και πάντα το βλέμμα μας ήταν ανοιχτό προς τον κόσμο. Πάντα θεωρούσαμε ότι είχαμε ένα ρόλο να παίξουμε όχι στα λεγόμενα κοινά μόνο, αλλά στα κοινά του κόσμου. 

Ποτέ δεν ήμασταν πολλοί και συχνά ήμασταν σπάνιοι σε διάφορους τομείς, όπου η καινοτομία και η δημιουργικότητα είναι απαραίτητες. Ξαφνικά κάθε παρουσία που αφορά τους Έλληνες είναι στην καλύτερη περίπτωση μια θυματολογία, στις άλλες μας εξηγούν ότι δεν είχαμε ποτέ ήρωες, ότι ζούσαμε φιλελεύθερα ακόμα και υπό κατοχή, ότι δεν είχαμε σχέση με τους Αρχαίους, ότι αποτελούμε μια εκφυλισμένη παράσταση του Βυζαντίου. Και το πρόβλημα το αληθινό είναι ότι οι δικοί μας αρχίζουν και το πιστεύουν. Μας βομβαρδίζουν με ποσότητα και παραγωγικότητα και σιωπούν για την ποιότητα και τη δημιουργικότητα. 

Αν εγκλωβιστούμε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, θα πέσουμε όντως στην παγίδα αυτού του δόγματος. Αλλά πότε ο ελληνισμός ασχολήθηκε με την κοινωνία, για να το κάνει τώρα; Η απάντηση είναι απλή: ποτέ! 

Ο Ελληνισμός σχετίζεται με την Ανθρωπότητα και τον Χρόνο. Ζει για την πρώτη και πεθαίνει για τον δεύτερο. Αυτές είναι η οντολογία και η τελεολογία του. Όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες. 

Δεν μπορούν απλώς να μας περιορίσουν στον ρόλο του θύματος, για να μας εξοντώσουν νοητικά, διότι το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Το θέμα είναι αποκλειστικά κατά πόσο εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας και τους δικούς μας. 

Αντέξαμε γενοκτονία, αντισταθήκαμε σε γενοκτονία μνήμης και τώρα πρέπει να αποδείξουμε στους εαυτούς μας πρώτα ότι αξίζουμε όχι τη μοίρα μας, διότι μπορούμε να τη γράψουμε εμείς, αντί να περιμένουμε από τους άλλους, όταν κοιμόμαστε, αλλά ότι αξίζουμε διότι είμαστε άξιοι για το έργο που παράγουμε για την ανθρωπότητα. Μας έχουν φλομώσει με αξιολογήσεις που δεν καταλήγουν πουθενά, ενώ κανείς δεν μιλά για αξιολογία λες και είναι μια άγνωστη λέξη ή μάλλον απαγορευμένη στο ελληνικό λεξιλόγιο.

Ακόμα και θεσμικά το πλαίσιό μας είναι ξεκάθαρο. Ανήκουμε στον ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη. Σε αυτό το πλαίσιο παίζουμε, διότι έγινε με την πάροδο του χρόνου πεδίο δράσης. Κι αν μας αμφισβητούν, δεν πειράζει. 

Την ελιά την χτυπούν, όταν έχει καρπούς. Δεν το λέμε μόνο εμείς, αλλά ο ίδιος ο Leonardo da Vinci, ο οποίος είχε ως μοναδικό πρότυπο τον Αρχιμήδη. Ας συνεχίσουμε λοιπόν το έργο μας ως Έλληνες κι ας αδιαφορήσουμε για τις κριτικές και τις αδικίες. 

Απλώς ας δώσουμε κουράγιο στους συμπατριώτες μας όχι από ελεημοσύνη, αλλά από αγάπη προς τη δημιουργικότητά τους που φέρνει την ομορφιά, τη μόνη που θα σώσει τον κόσμο, όπως έλεγε ο Dostoïevski.
Ν. Λυγερός

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Δύο χαρακτηριστικά ποιήματα του Καβάφη

Τείχη 

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,
μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ,
άλλο δεν σκέπτομαι - τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη...
Διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Ά..., όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω;...
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

(Ο αποκλεισμός από τους άλλους....)

Τα παράθυρα

Σ' αυτές τις σκοτεινές κάμαρες που περνώ
μέρες βαριές, επάνω - κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. ( Όταν ανοίξη
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.)
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται - ή δεν μπορώ
να τάβρω... Και καλύτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια τυραννία...
Ποιός ξέρει τί καινούρια πράγματα θα δείξη...

( Ο αποκλεισμός από τον εαυτό μας... )