Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

O συνήθης χάσκαξ...

Απόδειξη, κατά Κώστα Ζουράρι, για το πως γίνεται η αλλοτρίωση ενός προσώπου, δηλαδή πως ένα κυρίαρχο σύστημα πετυχαίνει την αναπαραγωγή του, διαλέγοντας τα καλύτερα παιδιά των υποτελών - νικημένων και μετατρέποντας τον υποτελή ταλαντούχο μαθητή σε εθελοντή και φανατικό, διότι νεοφώτιστο, γενίτσαρο.

H συνταγή είναι απλή και την έχουν εφαρμόσει όλες οι εν τω κόσμω αυτοκρατορίες, οι οποίες γνωρίζουν ότι η κυριαρχία δεν εξασφαλίζεται μόνον με την κυριαρχία επί των σωμάτων, αλλά κυρίως, με την άλωση των ψυχών. H ηγεμονία, όπως το διαπιστώνει ο Πλάτων, ασκείται πειθοί τε και βία. Κι εδώ, το καθ\' ημάς συναμφότερον!

H συνταγή, η απλή.

α) Παίρνεις, ένα παιδί, που τόχεις διαλέξει ταλαντούχο ή το έχεις διακρίνει μέσα από τα συστήματα επιλογής-απορρίψεως (το Σχολείο). Το παιδί που έρχεται από μια νικημένη κοινωνία, όπως η ελληνική από το 1204 ή οι αφρικανικές, ασιατικές, λατινο-αμερικανικές κ.λπ., το παιδί λοιπόν αυτό έχει συνήθως «βγάλει» ένα κακό σχολείο, το οποίο λειτουργεί κακήν κακώς σε μια ξεχαρβαλωμένη, λόγω της ήττας, κοινωνία.

β)
H νικημένη κοινωνία και ιδιαίτερα οι αρχηγοί της, έχουν ένα βαθύτατο αίσθημα κατωτερότητας έναντι του νικητή και προσπαθούν, για να απαλλαγούν από την ήττα τους, να δουν, και πολύ σωστά, για ποιούς λόγους υπερέχει ο νικητής.

Συνήθως, και αυτό είναι νόμος των κοινωνιών, εκτός των υλικών συνθηκών, ως κύρια αιτία της υπεροχής των νικητών αναγορεύεται το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Κι αυτό, πολλές φορές έχει ψήγματα αλήθειας.
H παιδεία, ναι, παράγει Ισχύν.
Αρα:

γ) Σύσσωμη η νικημένη ηγεσία, αλλά και σύσσωμη -με καθυστέρηση- η νικημένη κοινωνία, προσπαθεί να διδαχθεί, να μιμηθεί και να πραγματοποιήσει τις γνώσεις, τις συνήθειες, τα ήθη και την ψυχαγωγία των νικητών. Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν απ’ την μεριά τους οι νικητές: να αλλοιώσουν τους νικημένους, να τους διδάξουν τα δικά τους, με σκοπό όχι βέβαια την απελευθέρωσή τους, αλλά για να εμφυσήσουν στους υποτελείς ένα μόνιμο αίσθημα θαυμασμού προς τους νικητές τους, δηλαδή ένα οριστικό σύνδρομο μειονεξίας.

δ) Το ταλαντούχο παιδί των νικημένων, το παραλαμβάνει ένα κατά τεκμήριον -προσοχή όχι ανώτερο- αλλά ένα δυνατώτερο σύστημα. Το σύστημα το αμερικανο-αγγλο-γαλλο-γερμανικό γυαλίζει για το παιδί της Ψωροκώσταινας. Το ελληνάκι μου, ή το αφρικανάκι μου φτάνει στις «πρωτεύουσες» των επιστημών και των γραμμάτων, χωρίς να ξέρει καλά-καλά την γλώσσα του, τον πολιτισμό του, το παιδί μου είναι συνήθως φτωχόπαιδο, φτωχής οικογένειας, φτωχής εξαρτημένης περιφερειακής κοινωνίας, ενώ το κεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα ΓΥΑΛΙΖΕΙ. Οι «πνευματικές» αποικιοκρατικές πρωτεύουσες ΛΑΜΠΟΥΝ.

ε) Το νικημένο μου φτωχόπαιδο έχει ηλικία ανάμεσα στα 18 και 22. Είναι άπραγο και άβγαλτο βλαστάρι. Φτωχό, νικημένο, άγλωσσο και ξενιτεμένο, ξερριζωμένο.

στ) Το παραλαμβάνουν δάσκαλοι που γυαλίζουν, πανεπιστήμια που γυαλίζουν, ήθη που γυαλίζουν, διασκεδάσεις που γυαλίζουν.

Οικογένεια εκεί κοντά δεν υπάρχει, κοινωνία συγκροτημένη είναι μόνον η ξένη. Και η γλώσσα γύρω-γύρω, το περικυκλώνει, ξένη. Και έτσι λοιπόν, το παιδί μου χωρίς στηρίγματα, το βλαστάρι μου ανάμεσα στα μικρά του δεκαοχτώ χρόνια και τα άπραγα εικοσιδυό του, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τί απ’ όσα γυαλίζουν είναι ντενεκές και τί είναι χρυσός. Το άπραγο παιδί μου, δηλαδή, δεν μπορεί να ασκήσει Διάκρισιν. Παίρνει ό,τι του προσφέρει η μηχανή που το κατασκευάζει, βγαίνει τέτοιος κιμάς, όπως τον έκοψε η πνευματική κρεατομηχανή που τον αλέθει.

Όταν μάλιστα το νικημένο παιδάκι μου το ξεχωρίσει ο ινστρούχτοράς του, το καλέσει σπίτι του και, έξω από τα μαθήματα, του «χαρίσει την εύνοια» του, δείχνοντάς του το πως ο ινστρούχτορας ζει, με τί ψυχαγωγείται, τί μουσική τον θέλγει και πως γαστρονομεί τον λόγον της αληθείας του, τότε σιγά - σιγά, μαγεμένο και εκμαυλισμένο, το παιδί του παιδομαζώματος, μεταμορφώνεται, ελευθέρως(;) και αβιάστως(;) σε εν ενεργεία γενίτσαρο και σε συνήθη χάσκακα.

Χάσκει σε ό,τι χαίνει λαμπερά μπροστά στην άδολη μύτη του και βεβαίως δεν βλέπει πέρα από την χάσκουσα μύτη του. Το παιδί μου του παιδομαζώματος είναι πάντοτε μόνο του στην ξενιτειά, μέσα στα ξένα ήθη, στην ξένη γλώσσα και στην ξένη επικυριαρχία. Το βλαστάρι μου ξεραίνεται. Το παιδί μου του παιδομαζώματος, αποξενωμένο από την μήτρα του και μορφωμένο πια, παρα-μορφωμένο, μπορεί να μείνει χρόνια εις την ξένην, ξένος, ή καλοπαντρεμένος, δηλαδή κακότυχος. Νέα εξάρτηση τότε, νέα ασυμβατότης, αλλά γι’ αυτά, άλλοτε.

Το παιδί μου κάποτε, ίσως, εκεί γύρω στα τριάντα του - σαράντα του, ίσως επιστρέψει. Και τότε θα υπάρξουν τα εξής: Τα καλόπιστα: Θα θελήσει να μεταφέρει όσα έμαθε, εδώ, για το καλό μας. Και, ιδιαίτατα στις κοινωνικές επιστήμες, εκεί δηλαδή όπου οι άνθρωποι ανιχνεύουν με ποιούς φανερούς και αδήλους τρόπους, ζούνε όλοι μαζί, εκεί, το παιδί του παιδομαζώματος θα δει ότι αυτά που έμαθε αλλού, δεν κολλάνε με τα εδώ: το βλαστάρι, μαραμένο, είναι αλλού μπολιασμένο, κι εδώ, ξεραμένο. Το παιδί του παιδομαζώματος θα διαπιστώσει πανικόβλητο, ότι αγνοεί την εδώ κοινωνία, τον πολιτισμό της και το όλο πρόσωπό της. Αγνοεί τον τρόπο, που το γέννησε.

Και τότε, ο νέηλυς φέρελπις της επιστήμης, νοσταλγώντας τον τόπο της κατασκευής του, θα αρχίσει να αεροβατεί και να αερολογεί: θα προτείνει προγράμματα σπουδών, εδώ μεν άτοπα, τόπον όμως έχοντα ενδεχομένως στην Κανταβρυγίαν: εδώ μεν άστοχα, στόχον όμως έχοντα αστόχως, την εκ Μεδιολάνου επιδοκιμασίαν... K.O.K.

O νέηλυς άπελπις της επιστροφής, τότε, θα ζαρώνει. Θα συρρικνώνεται στις μίζερες βεβαιότητες(;), που του έχτισαν μέσα του, άλλοι και ξένοι, στις τόσο ως γνωστόν βέβαιες(;) ηλικίες, τις τόσο θωρακισμένες ηλικίες των δεκαοχτώ - εικοσιτόσο...

Και θα ζαρώνει και θα πικραίνεται. Και θα ελεεινολογεί την καθυστέρηση των εδώ, που δεν τον καταλαβαίνουν, που «έμειναν επαρχιώτες», που δεν ακολουθούν την πρόοδο, που επειδή μειονεκτούν, έχουν σύμπλεγμα κατωτερότητας και «εδώ δεν γίνεται τίποτε» και «μετάνιωσα που γύρισα»... Ποιός όμως γύρισε;

Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Οι Έλληνες είναι αναρχικοί

Χένρι Κίσσινγκερ

"Οι Έλληνες είναι αναρχικοί και δύσκολα κουμαντάρονται. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει να χτυπήσουμε βαθιά μέσα στις πολιτισμικές τους ρίζες:
έτσι ίσως καταφέρουμε να τους αναγκάσουμε να συμβιβαστούν.

Εννοώ βέβαια να χτυπήσουμε την γλώσσα τους, την θρησκεία τους, τα πολιτισμικά και ιστορικά αποθέματα, έτσι ώστε να ουδετεροποιήσουμε την δυνατότητα τους να αναπτύσσονται, να διακρίνουν τους εαυτούς τους, ή να αποδεικνύουν ότι μπορούν να νικούν, έτσι ώστε να ξεπεράσουμε τα εμπόδια στα στρατηγικώς απαραίτητα σχέδια μας στα Βαλκάνια, την Μεσόγειο, και την Μέση Ανατολή.


Θεόδωρος Ζιάκας
Έθνος και Παράδοση, β΄ έκδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις, σελ. 37

[...]Το ορθόδοξο πρόσωπο είναι "αναρχικό" (η προσφορά του είναι "αγαπητική", δηλαδή απρόβλεπτη και προαιρετική και μάλιστα προς συγκεκριμένα άλλα πρόσωπα και όχι προς το απρόσωπο "σύνολο"). Γι' αυτό το κράτος του είναι υπερ-γραφειοκρατικό και φαινομενικά "ολοκληρωτικό" (στην πραγματικότητα δεν "δουλεύει" τίποτα)[...]


Αυτό λοιπόν εννοούσε τελικά ο Χένρι σε άρθρο του την δεκαετία του 70. Τώρα ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα, καθόσον αν συνδυάσεις κατάλληλα τις παραπάνω ρήσεις, βρίσκεις το "κλειδί" της σημερινής κατάστασης στη χώρα μας.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

η «πόλις εάλω»

Σάν σήμερα, πρό 556 ετών , η «πόλις εάλω»!

Η πτώσις στης Κωνσταντινουπόλεως στους Τούρκους υπήρξεν αποτέλεσμα εσφαλμένων πολιτικών υπολογισμών.

Ενώ η βοήθεια της Παπικής «εσπερίας «ώφειλε ή να προλάβη ή να ανατρέψει την κατάκτησιν» κατά τον ιστορικόν Κωνσταντίνον Παπαρηγόπουλον ,

η συμμαχία του Βυζαντίου με την Ρωσσία εβράδυνε πολύ.

Μόλις το 1472 , η Σοφία Παλαιολογίνα, θυγάτηρ του Θωμά Παλαιολόγου, υπανδρεύθη τον Ρώσσον Μεγάλο Δούκα της Ιωάννη Γ΄, απόγονο του Ιβάν του Τρομερού.


Η ΄Αλωσις εσήμανε απωλεία της εθνικής ανεξαρτησίας μας , που διαρκεί έως και επί των ημερών μας. Επί παραδείγματι:


Η Τουρκία απειλεί με πόλεμον , εάν ασκήσωμε τα επιτρεπόμενα υπό του διεθνούς δικαίου δικαιώματα στο Αιγαίον και της Συνθήκης της Λωζάννης.

Οι... «εταίροι» μας αναγνωρίζουν τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» , προσβάλλοντες περισσότερον την νοημοσύνη των , παρά τον Ελληνικό λαόν - τον μόνον που κατοικεί , ομιλεί και εθίζεται , όπως και κατά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι άσπονδοι φίλοι μας αξιώνουν την πλήρη συμμόρφωση στις επιταγές των , όσον αφορά στην οικονομική και εξωτερική πολιτική.


(Πχ. το δημόσιο έλλειμμα να μην υπερβή το 3% του ΑΕΠ ενώ της Γερμανίας είναι 6%. Οι αγωγοί υδρογονανθράκων να μην περάσουν από την Ελλάδα αλλ’ απ’την παράσπονδο Τουρκία.κόκ.)


Αλλ’ αφού ο Ελληνικός λαός εξαρτά την ευημερία από τα δανεικά και όχι απ’ την εργασία ,οι πιστωτές κατωρθώνουν και επιβάλλουν την θέληση των , διαψεύδοντες τον περίφημο ορισμό του Καρόλου φον Κλαούζεβιτς ότι «ο πόλεμος είναι η επιβολή της θελήσεως ενός έθνους εφ’ενός άλλου».(«On War» ed.& trans.Michael Howard and Peter Paret. Prinston. University Press 1976).


Βέβαια, ελάχιστα έθνη είναι σήμερα απολύτως ανεξάρτητα, στην πραγμάτωσι της εθνικής των ιδιοσυστασίας.Μεταξύ των διακρίνω την Αμερική , Κίνα, Ρωσσία , Ινδία και μερικά μικρότερα έθνη , ως την Ελβετία, Δανία, Νορβηγία , που ζούν εν μέτρω των δυνάμεων των και διαθέτουν ιδίαν αμυντική τεχνολογία.


Υπάρχουν επίσης διαβαθμίσεις ανεξαρτησίας. λχ. η Τουρκία διακρίνεται διά την πολιτική της αυτάρκειαν, εις σημείον ώστε εμπόδισε την διέλευση των Αμερικανών από τα εδάφη της, το 2003 όταν εισέβαλαν στο Ιράκ.

Ο πρέσβυς επι τιμή Μιχάλης Δούντας διερωτήθη πρό διετίας , εάν «η Ελλάς είναι πράγματι ανεξάρτητη χώρα;» (βλ.σχ.ομότιτλο βιβλίο του εκδόσεις Λιβάνη.)


Η επάρκεια στον ενεργειακό τομέα, η αυτάρκεια στους εξοπλισμούς και ο πλήρης έλεγχος στο εσωτερικό μιάς χώρας , θεωρούνται οι τρείς βασικές προϋπόθεσεις εθνικής ασφαλείας.

Εν αντιθέσει , με τα όσα υποστηρίζει ο Βρεταννός στρατηγός Ρούμπερτ Σμίθ, ότι «η έννοια του πολέμου είναι η απόκτηση ασυμμέτρου πλεονεκτήματος επί του αντιπάλου , υφ’οιουσδήποτε όρους κι’ όχι απλώς τεχνολογικώς».


Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

ΟΛΥΜΠΙΑ

Η λέξη Ολυμπία είναι το επίθετο από τη λέξη Όλυμπος. Κατά την αρχαία παράδοση, ο Όλυμπος ήταν η κατοικία των δώδεκα αθάνατων θεών που βρισκόταν στην κορυφή της πνευματικής ιεραρχίας της Γης. Όταν όμως η αρχαία παράδοση μιλά για τον Όλυμπο, δεν θεωρεί βέβαια το γνωστό ψηλό βουνό. Τούτο θα ήταν μια ιδέα βέβηλη που έχει όμως επικρατήσει στους πολλούς. Ο Όλυμπος ήταν ένας τόπος ουράνιος μακριά από τη Γη, τόπος πνευματικός. Ήταν χώρα φωτεινή, λουσμένη στο πνευματικό φως.

Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «λάμπω», που έχει ρίζα ίσως το πελασγικό «λ.β.». Όλυμπος λοιπόν, θα πει λαμπρός. Το Ολυμπία δε, που είναι το επίθετο, σημαίνει τη λάμπουσα. Κάτι τέτοιο είχε φαίνεται υπόψη του ο Παυσανίας, όταν έγραφε πως οι θεοί φροντίζουν κυρίως για τα Μυστήρια της Ελευσίνας και για τους αγώνες της Ολυμπίας. Για την απαρχή των αγώνων τίποτε δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό. Μόνο κάτι αλληγορικές εκφράσεις υπάρχουν που τις μεταφέρει και ο Παυσανίας στα Ηλειακά του. Φέρουν αυτές σαν ιδρυτή των αγώνων τον Ηρακλή ή το θεό Δία, δηλαδή ένα τέλειο μύστη ή ένα μεγάλο θεό.

« Στον Ιδαίο Ηρακλή ανήκει η δόξα ότι πρώτος αυτός καθιέρωσε τον τότε αγώνα και τον ονόμασε Ολύμπια». «Και λέγουν μερικοί ότι εδώ στην Ολυμπία αγωνίστηκε ο Ζευς εναντίον του ίδιου του Κρόνου για την εξουσία, άλλοι δε ότι καθιέρωσε τον αγώνα μετά τη νίκη του».

Μπορεί βέβαια οι μεταφορικές αυτές εκφράσεις να μην αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, φανερώνουν όμως την ιερότητα της λατρείας στην Ολυμπία. Εκείνο που μας πληροφορεί η ιστορία είναι ότι οι αγώνες άρχισαν από το 776 π.Χ. τότε που νίκησε στο δρόμο κάποιος Κόροιβος. Πολύ αργότερα όμως οργανώθηκαν και άρχισαν να μετριούνται οι Ολυμπιάδες.
Οι αγώνες διάρκεσαν περίπου δώδεκα αιώνες για να τους καταργήσει το 394 μ. Χ, ο Θεοδόσιος του Βυζαντίου.

Οι αγώνες ήταν κατά τα φαινόμενα, η πρόσοψη μιας υψηλής λατρείας που γινόταν στην Ολυμπία. Τιμούσαν εκεί, καθώς είπαμε, τους Ολύμπιους θεούς, κυρίως δε το Δία και την Ήρα, τους ύπατους των αθανάτων. Πολύ χαρακτηριστικό είναι πάλι εκείνο που γράφει ο ίδιος ο Παυσανίας για το Ηραίον της Ολυμπίας. «Κάθε πέμπτον έτος δέκα έξη γυναίκες ύφαιναν πέπλο για την Ήρα. Οι ίδιες διευθύνουν και τον αγώνα τον λεγόμενο Ηραίο»

Ο Παυσανίας, όμως, που τόσα έχει γράψει για την Ολυμπία και τους αγώνες της, αφού από τα 53 κεφάλαια των Ηλειακών του, τα 42 τα έχει αφιερώσει στην Ολυμπία, είναι επιφυλακτικός και εδώ όπως και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις και αποφεύγει να γράψει τι έλεγαν και τι έψαλλαν όταν έκαναν στην Ολυμπία σπονδές στο Πρυτανείο.
«Δεν επιτρέπεται να γράψω εδώ πόσα έχει καθιερωθεί να λέγουν όταν κάνουν σπονδές στο Πρυτανείο ή και ποιους ύμνους ψάλλουν».

Οι Ολυμπιακοί αγώνες γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια καλοκαίρι, κατά την πρώτη πανσέληνο μετά τη θερινή τροπή του Ήλιου, «κατά τις θερινές τροπές». Η πληροφορία αυτή έχει την αξία της διότι φανερώνει τη σχέση των αγώνων με εσωτερικές ίσως πτυχές της αρχαίας λατρείας. Οι Ολυμπιακοί αγώνες διαρκούσαν επτά ημέρες. Κατά την πρώτη και την έβδομη ημέρα, γινόταν θρησκευτικές τελετές και θυσίες, ενώ στις ενδιάμεσες πέντε ημέρες γινόταν οι αγώνες.

Στο στάδιο όπου γινόταν οι αγώνες, δεν επιτρεπόταν η είσοδος των γυναικών, oι θεατές ήταν μόνο άνδρες ή και βάρβαροι. Οι νικητές έπαιρναν για βραβείο τον κότινο, δηλαδή κλαδί από τις αγριελιές που ήταν στην Άλτη, το παλαιό ιερό δάσος. Στην τάξη αυτή των αγώνων γινόταν μια εξαίρεση, όπως γράψαμε και παραπάνω, κάθε πέντε χρόνια που δέκα έξη γυναίκες ύφαιναν τον πέπλο της θεάς Ήρας και οι ίδιες διεύθυναν αγώνα γυναικών, τα Ηραία. Στον αγώνα αυτό που ήταν αγώνας δρόμου και γινόταν στο στάδιο, λάμβαναν μέρος παρθένες κατά διάφορες ηλικίες. Στις νικήτριες δινόταν στεφάνι ελιάς και μερίδιο, από αγελάδα που θυσιαζόταν στη θεά Ήρα.

Οι αγώνες της αρχαίας Ελλάδας δεν απέβλεπαν στην πραγματοποίηση «επιδόσεων» στα διάφορα αγωνίσματα, όπως γίνεται σήμερα, που τόσο φθείρουν τον οργανισμό του αθλητή. Απέβλεπαν ακριβώς στο αντίθετο. Σε μια ευγενική άμιλλα των νέων που σκοπό είχε το κανονικό γύμνασμα του σώματος, ώστε τούτο να διατηρείται σε υγεία και αλκή. Το σώμα του ανθρώπου καθώς έλεγαν οι αρχαίοι σοφοί, είναι ο ναός της ψυχής του και όταν τούτο είναι ασθενικό, εμποδίζεται κάθε πρόοδος της ψυχής, το πνεύμα του ανθρώπου καταθλίβεται και γίνεται ατροφικό. Δεν μπορεί να προοδεύσει, μένει στάσιμο ή παθαίνει και κατάπτωση ακόμη. Ξεφεύγει από τον προορισμό του. Οι άσκοπες ταλαιπωρίες του σώματος και η εξαθλίωσή του, φθείρουν την ψυχή και μαραίνουν κάθε πνευματικότητα σε βάρος πάσης προόδου.

Πριν κλείσουμε όμως το άρθρο μας, πρέπει να μιλήσουμε για την Άλτη της Ολυμπίας, για τους ναούς που την κοσμούσαν και για τα κτίσματά της. Ο πολύτιμος περιηγητής Παυσανίας γράφει πολλά. Η ιερή Άλτη(άλσος) ήταν μια έκταση 200Χ75 μέτρα περίπου περιτειχισμένη, στην οποία υπήρχαν και οι κότινοι, δηλαδή οι αγριελιές από τις οποίες έδιναν κλάδο για βραβείο στους ολυμπιονίκες. Μέσα στην Άλτη είχαν ιδρυθεί ο ναός του Ολυμπίου Διός, το Ηραίο όπου υπήρχε και άγαλμα του θεού Ερμή (Ερμής Πραξιτέλους), το Πελόπιο, το Μητρώο(ναός της Ρέας), οι θησαυροί διαφόρων πόλεων, το Πρυτανείο και άλλα κτίσματα, βωμοί θυσιών, δάσος δε ολόκληρο από αγάλματα θεών, ηρώων και νικητών των αγώνων. Στα παλαιά χρόνια υπήρχε στην Ολυμπία και Μαντείο της Γης. Ο Παυσανίας γράφει σχετικά:

«Πλησίον του λεγομένου Γαίου ιερού της Γης, είναι βωμός της Γης κατασκευασμένος από τέφρα. Παλαιότερα, λέγουν, σε αυτό το μέρος υπήρχε και το μαντείο της Γης».
Έτσι και εδώ άρχισε η λατρεία. Στην αρχή ήταν χαμηλή, γήινη, για να εξελιχθεί κατόπιν σε θεϊκή.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες της αρχαιότητας που τόσο δόξασαν τη χώρα μας και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, έχουν ανασυσταθεί και στις μέρες μας, κατά κάποιο τρόπο, και η ανασύσταση οφείλεται στο Γάλλο Πέτρο ντε Κουμπερτέν. Οι πρώτοι Ολυμπιακοί, διεθνείς τώρα, αγώνες έγιναν στην Αθήνα το 1896 και συνεχίζονται και σήμερα, κάθε τέσσερα χρόνια.

Πόσο όμως είναι και στο πνεύμα και στην ουσία διαφορετικοί (για να μην πούμε χαμηλοί) από τους αρχαίους αγώνες!.. Σε κάθε περίπτωση όμως, έστω και έτσι, ακτινοβολεί και από αυτούς το αρχαίο πνεύμα της Αθάνατης Ελλάδας!

Δ. Ιωαννίδη

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Η έννοια του πολιτισμού

Ο πολιτισμός δεν ανήκει στο κοινωνικό πλαίσιο, είναι μια υπερκοινωνική δομή.

Έχει στοιχεία του μάγματος του Καστοριάδη και ανήκει στην πολλαπλότητα της ανθρωπότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο που δεν περιορίζεται σε κοινωνιολογικά δεδομένα, ο πολιτισμός αποτελεί όντως έναν πλούτο. Ενώ στην κοινωνιολογία είναι μόνο ένας παράγοντας που δεν ανήκει στον πυρήνα που καθορίζει μια κοινωνία.

Αντιθέτως όμως αυτό το μειονέκτημα είναι ενδεικτικό της ιδιότητας του μάγματος. Το να μην καθορίζει μια ιδιαίτερη κοινωνία, ο πολιτισμός δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αξία του είναι ελάχιστη. Αν η ουσία δεν είναι καθοριστική σε μια ανούσια δομή, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άτοπη η αρχική υπόθεση. Είναι απλώς λογικό με την έννοια της ταυτιστικής λογικής. Η κοινωνία ως συνδυασμός του συστήματος που καθορίζει και ελέγχει, και της μάζας που βιώνει την καθημερινότητα, δεν έχει ανάγκη από τον πολιτισμό.

Η αποκλειστική ενασχόληση με το σήμερα και το αύριο, είναι το επόμενο στάδιο μιας γραμμικής γενίκευσης της ιδέας του παρόντος δίχως την ανάγκη της ύπαρξης του μέλλοντος. Η καθημερινότητα έχει απλώς παχύνει το παρόν για να μην έχει να ασχοληθεί ούτε με το παρελθόν ούτε με το μέλλον. Έτσι το παρόν λειτουργεί ως ένα απορροφητικό πεδίο λήθης. Συνεπώς ο πολιτισμός δεν μπορεί ν’ ανήκει σε αυτό το κοινωνικό παρόν. Αυτό όμως δεν δηλώνει ότι δεν είναι μια αξιόλογη οντότητα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο. Απλώς οι κοινωνικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη του πολιτισμού. Το παράδοξο βέβαια είναι ότι ο πολιτισμός υπάρχει ανεξάρτητα από αυτό το πλαίσιο. Ο πολιτισμός δεν παράγεται από την κοινωνία, ούτε από το σύστημα ενεργά ούτε από τη μάζα παθητικά. Ο πολιτισμός εμφανίζεται ως ένα ενδιάμεσο στοιχείο της ανθρωπότητας και με αυτήν την έννοια είναι λιγότερο αφαιρετικός. Από την άλλη δεν παράγεται ούτε από μία μορφή ελιτισμού.

Οι μοναδικότητες που μπορεί να είναι εφήμερες στο μάγμα του Καστοριάδη αφήνουν ένα έργο, το οποίο δεν είναι αναγκαστικά εφήμερο. Και αυτό από την τοπική δράση επηρεάζει ως ένα σημείο την εξέλιξη και τον καθορισμό ενός στοιχείου που ανήκει στην οντότητα που ονομάζουμε πολιτισμό. Επανέρχεται λοιπόν η ρομποτική νοοτροπία του Brooks όπου αυτήν τη φορά τα μοναδιαία στοιχεία ανήκουν πια σε μια αφαιρετική ομάδα ή μάλλον υπερομάδα που έχει μια καταλυτική δράση μόνο και μόνο ως ολότητα. Η κάθε μοναδικότητα δεν αντέχει το βάρος του πολιτισμού, η ομάδα τους όμως μπορεί να το καταφέρει. Είμαστε λοιπόν σε ένα συλλογικό πλαίσιο που δεν ενσωματώνει κάθε στοιχείο αλλά το οποίο μέσα από ένα δίκτυο δράσεων προκαλεί μια συνολική αλλαγή.

Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να επινοήσουμε πιο δυναμικά και επιπλέον στρατηγικά την έννοια του πολιτισμού. Δεν είναι πια ένα άχρηστο κοινωνιολογικό σύμπλεγμα, είναι πολύπλοκο δίκτυο που δημιουργείται από μαγματικές κινήσεις των εφήμερων μοναδικοτήτων και γι’ αυτόν τον λόγο είναι πιο ευάλωτη από την έννοια της ανθρωπότητας.

Ν. Λυγερός